Στο βίο και την διδασκαλία τού Οσίου Σιλουανού τού Αθωνίτου βλέπουμε τον Άγιο να επανέρχεται επανειλημένα στο θέμα της θεοεγκατάλειψης.
Ομιλεί εκ πείρας καθώς επί δεκαπενταετία έζησε αυτή την φοβερή δοκιμασία. Με το βίωμα του μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή, αυτή την Αγιογραφική και Πατερική διδασκαλία ιδιαίτερα απαραίτητη για τους αγωνιζόμενους χριστιανούς.
Πολλοί χριστιανοί ξεκινούν με ενθουσιασμό την πνευματική ζωή της αναγεννήσεως. Όμως στην πορεία, όταν συστέλλεται η θεία χάρις και επέρχεται καταιγίδα πειρασμών και δοκιμασιών, τα χάνουν. Προσεύχονται, επικαλούνται τον Θεόν, χωρίς καμμιά απάντηση. Απογοητεύονται, συγχύζονται, τα χάνουν. Η πίστη κλονίζεται. Οι αμφιβολίες περιτριγυρίζουν ώσπερ μέλισσαι.
Αυτή η κατάσταση παρομοιάζεται με την πορεία τού Ισραηλιτικού λαού στην έρημο. Είναι μια πορεία σε μια έρημο απαρηγόρητη εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω (Ψαλμ. 62, 2).
Πρώτος ο ίδιος ο Κύριος πού εγκαταλήφθηκε από τον Θεόν ανέκραξε «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;» (Ματθ. 27, 46).
Το ίδιο βίωμα έχουν οι μάρτυρες στους διωγμούς και οι όσιοι στην άσκηση της έρημου. Όλοι όμως συμφωνούν, ότι, όταν λέμε Θεοεγκατάλειψη, δεν έχουμε πλήρη εγκατάλειψη τού ανθρώπου από το Θεό. Απλώς ο Θεός μετά την πρώτη επίσκεψη, συστέλλει την Χάρι Του για να φανεί η διάθεση τού αγωνιστού χριστιανού.
Σ’ αυτή την περίοδο ο χριστιανός χρειάζεται υπομονή, έντονη προσευχή και πνευματικό καθοδηγητή.
Υπομονή, γιατί πρέπει να ξέρη ο αγωνιστής, ότι η κατάσταση αυτή είναι παροδική.
Προσευχή, γιατί αυτή θα είναι πού θα τού δίνει τη δύναμη.
Πνευματικό καθοδηγητή, γιατί ο πνευματικός πατέρας καθώς και οι εν Χριστώ συναγωνιστές αδελφοί είναι αυτοί πού θα μας στηρίξουν σ’ αυτή τη περίοδο της πνευματικής δοκιμασίας.
Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος παρομοιάζει την κατάσταση της θεοεγκατάλειψης με τον ανικανοποίητο διψασμένο, όταν τον πάρουν από την πηγή τού νερού. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην (Ματθ. 5, 6)• αυτός περισσότερο καίεται και ζητά να πιει και άλλο. Έτσι γίνεται και με την πνευματική δίψα, όταν σταματήσει να πίνει από την πηγή και δεν τον αφήνει να χορτάσει... Μ’ αυτό τον τρόπο ο χριστιανός μπαίνει στην άσκηση και τον πόλεμο. Παλεύει και αγωνίζεται με τον ίδιο το σατανά.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, παρομοιάζει την Θεοεγκατάλειψη με τον αστέρα των Χριστουγέννων πού κρύφθηκε από τους Μάγους για να τους δοκιμάσει στην υπομονή και την ανδρεία τους. Ο Θεός φέρεται σαν την φιλότεκνη μητέρα, πού αφού προσφέρει την αγάπη της πλούσια στα παιδιά της, κρύπτεται και αφήνει τους πειρασμούς να έρχονται, καθώς κάμνει και η μητέρα πολλές φορές κρυπτόμενη από τα τέκνα της διά να δοκιμάσει την υπομονή και την γενναιοκαρδία τους, για να γίνουν άνδρες με τους πειρασμούς και τις θλίψεις και να μη παραμένουν πάντοτε νήπια.....Από την μικροψυχία και την ανυπομονησία σου συμπέρανε πώς στην αρετή είσαι βρέφος και νήπιος. Η μεγάλη ανδρεία τότε δοκιμάζεται, όταν σε υστερήσει η χάρις τού Θεού τις γλυκύτητές της και εσύ δεν μικροψυχήσεις ολότελα.
Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής ονομάζει την Θεοεγκατάλειψη και οργή Κυρίου. Οργή Κυρίου είναι το σταμάτημα της χορηγείας των θείων χαρισμάτων, η οποία γίνεται σε κάθε νου, πού μετερίζεται στην ύλη και καυχιέται για τα καλά πού τού έδωσε ο Θεός, σαν να είναι δικά του. Στο νου πού υψηλοφρονεί, δίκαια επέρχεται οργή δηλ. εγκατάλειψη, πού ονομάζεται και παραχώρηση. Δηλ. παραχωρεί ο Θεός να ενοχλείται από τους δαίμονες, για νά συναισθανθεί την φυσική ασθένειά του και να γνωρίσει καλά τη θεία δύναμη και χάρη πού τον σκεπάζει και κατορθώνει κάθε αγαθό.
Σκοπός της Θεοεγκατάλειψης κατά τον Άγιο Μάξιμο είναι η απόκτηση της ταπεινώσεως.
Ο ιερός Χρυσόστομος δίνει μια άλλη άποψη της εγκατάλειψης τού ανθρώπου από το Θεό, όταν αυτός εγκαταλείπεται από τον άνθρωπο. Οι μακρύνοντες από σού απωλούνται (Ψαλμ. 72, 27).
Δεν είναι οι αμαρτίες σας πού σας χωρίζουν από μένα; (Ησ. 59, 2), ρωτάει ο Θεός. Ο Ωσηέ λέγει: ελησμόνησες τον νόμον τού Θεού σου και εγώ θα σε λησμονήσω (Ωσηέ 4, 6). Πολλοί θεωρούν ότι τους θυμάται ο Θεός, όταν πλουτούν. Γι αυτό και κλονίζονται την ώρα της δοκιμασίας και της εγκαταλείψεως. Δεν γνωρίζουν ούτε να ευγνωμονούν το Θεό, όταν τους πλουτίζει, ούτε να υπομένουν όταν τους στερεί. Η εγκατάλειψη τού Θεού είναι ένα είδος προνοίας. Μας εγκαταλείπει δι ολίγον για να απομακρυνθεί η ραθυμία και να γίνουν οι ράθυμοι σπουδαιότεροι.
Και να κλείσομε με τον νεότερο λόγον τού Αγίου Σιλουανού, ο οποίος τονίζει ότι η Θεοεγκατάλειψη οδηγεί εις μετάνοιαν. Όταν εγκαταλείφθηκε ο ίδιος, τότε έλαβε την μεγάλη αποκάλυψη τού Κυρίου, «κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου».
Αυτός ο λόγος είναι αποκαλυπτικός λόγος τού Χριστού, στα αποκαλυπτικά χρόνια μας.
Την ώρα της θεοεγκατάλειψης ο άνθρωπος φθάνει στον Άδη. Ζει στιγμές της κολάσεως. Συνειδητοποιεί, ότι είμαι χαμένος. Αλλά εκείνη την ώρα ανατέλλει η Ελπίδα, ο Ήλιος της δικαιοσύνης, πού μακάρι να ανατέλλει φωτοβόλος σ’ όλες τις ψυχές πού δοκιμάζουν την θεοεγκατάλειψη.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ TEYXOΣ 24 2001
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009
Άγιος Σεβαστιανός και οι ζωγραφικές απεικονίσεις του


Επάνω:Κοντά στην Αππία οδό στη Ρώμη σώζεται η ομώνυμη κατακόμβη με το Μαρτύριο του Αγίου, στην οποία υπάρχει αγία τράπεζα και τελούνται λειτουργίες.
Βίος του Αγίου
Ο Άγιος Σεβαστιανός γεννήθηκε στα Μεδιόλανα της Ιταλίας, το 250 με 256 μ.Χ. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με μεγάλη χριστιανική επιμέλεια. Καθώς ήταν και από γένος διακεκριμένο, είλκυσε την εύνοια του αυτοκράτορα Καρίνου, που γρήγορα τον ανέδειξε σαν στρατιωτικό. Έπειτα, ο Διοκλητιανός τον έκανε αρχηγό του πρώτου συντάγματος των πραιτοριανών.
Φιλάνθρωπη ψυχή ο Σεβαστιανός, από τη θέση αυτή πολλές φορές υπήρξε προστάτης των φτωχών και των πασχόντων χριστιανών. Πρόθυμα επίσης, βοηθούσε στις ανάγκες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Γι' αυτό και ο πάπας Γάιος του απένειμε τον τίτλο του υπερασπιστή της Εκκλησίας.
Όταν όμως άρχισε ο διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθη μια ομάδα χριστιανών. Ο Σεβαστιανός, προκειμένου να τους εμψυχώσει την ώρα που αυτοί δικάζονταν, προς γενική κατάπληξη όλων δήλωσε ότι είναι χριστιανός. Ο Διοκλητιανός διέταξε το θάνατό του. Και ο Σεβαστιανός δεν άργησε να πέσει κάτω, τρυπημένος στο στήθος από βέλος.
Το σώμα του παρέλαβε κάποια ευσεβής χήρα, η Λουκίνα. Διαπίστωσε όμως, ότι ανέπνεε ακόμα. Αφού τον περιποιήθηκε, μετά από λίγες ήμερες ο Σεβαστιανός ανέκτησε την υγεία του. Αλλά και πάλι επεδίωξε και συνάντησε το Διοκλητιανό και τον ήλεγξε για τη σκληρότητά του. Τότε αυτός διέταξε και τον μαστίγωσαν μέχρι θανάτου. Έτσι, ο Σεβαστιανός έγινε παράδειγμα αγωνιστικότητας για την πίστη «ἄχρι θανάτου» (Αποκάλυψη Ιωάννου, θ' 10).
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Συγκλήτου σφαλλομένης παριδῶν τὰ συνέδρια, Σεβαστιανὲ πανολβίαν, συναγείρεις συνέλευσιν, Μαρτύρων ἀληθῶς πανευκλεῶν, σὺν σοῖ καταβαλόντων τὸν ἐχθρόν, μεθ' ὧν θείας συναυλίας ἀξιωθεῖς, φαιδρύνεις τοὺς βοώντας σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.
Σεβαστιανὸς τῶν πλάνης σεβασμάτων,
Καταφρονήσας τύπτεται τὸ σαρκίον.
Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ Σεβαστιανὸς ῥοπαλίσθη.
Ανάλυση ονόματος
ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ: (από την λέξη σεβαστός) = ο αξιοσέβαστος.
http://www.saint.gr/2009/12/18/4904/saint.aspx
Ο ΤΑΛΑΙΠΩΡΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΑΓΙΟΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ
Ο Άγιος Σεβαστιανός, που τιμάται η μνήμη του στις 18 Δεκαμβρίου και οι συν αυτώ Ζωή, Τραγκυλίνος, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιρβούτιος, Κάστουλος, Μαρκελλίνος και Μάρκος έζησαν την εποχή που ήταν αυτοκράτορες ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Ο Σεβαστιανός ήταν ευσεβής και ενάρετος και καθ' όλη τη ζωή του διακήρυττε την αλήθεια οδηγώντας πολλούς στη νέα πίστη. Ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος, γιοι του ειδωλολάτρη Τρογκυλίνου, διδάχθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν τη χριστιανική πίστη και για το λόγο αυτό υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Όταν οι ειδωλολάτρες θέλησαν να τους αποκεφαλίσουν, οι γονείς τους προσπάθησαν να τους πείσουν να αρνηθούν τον Χριστό για να σώσουν τις ζωές τους. Τότε όμως παρενέβη ο Σεβαστιανός, ο οποίος εμψύχωσε τους νέους και μάλιστα προσέλκυσε στη χριστιανική πίστη τον πατέρα τους. Στη συνέχεια ο ίδιος, ο πρώην ειδωλολάτρης Τραγκυλίνος, οδήγησε στο δρόμο της αλήθειας το στυγνό έπαρχο. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σεβαστιανός, ο Τραγκυλίνος, οι γιοι του καθώς και οι χριστιανοί Ζωή, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιβούρτιος συνελήφθησαν και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Οι Άγιοι, έπειτα από φρικτά βασανιστήρια, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και ανήλθαν στεφανηφόροι στην αιώνια βασιλεία.
Ο Σεβαστιανός θανατώθηκε μαρτυρικά με βέλη σε όλο του το κορμί. Η φιγούρα του κατά καιρούς ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες να ασχοληθούν μαζί του, δεδομένης τόσο της αδιαμφισβήτητης ομορφιάς του όσο και της αξιοπρέπειας με την οποία αντιμετώπισε το μαρτύριο του. Ενώ η παρουσία του στην Ορθόδοξη εικονογραφία είναι σπάνια, αποτελεί αγαπημένο θέμα των ζωγράφων της Αναγέννησης, για να φθάσει στην υπερβολή έως κακοποιήσεως στον εικοστό αιώνα. Σημαντικές είναι οι απεικονίσεις του από το Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (Ελ Γκρέκο).
Στην Αναγέννηση, όπως και στην αρχαιότητα, η απεικόνιση του ανδρικού γυμνού προηγήθηκε αυτής του γυναικείου και δεν άργησε να κατακτήσει εξέχουσα θέση στη ζωγραφική της εποχής.Η θρησκευτική αφορμή αξιοποιήθηκε στο έπακρο με τη δημοφιλέστατη μορφή ενός νέου και ωραίου αξιωματικού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Αγίου Σεβαστιανού, την ώρα που τα βέλη του μαρτυρίου πληγώνουν το γυμνό σαν άγαλμα σώμα του. Tα αγάλματα, η πιο εντυπωσιακή εκδοχή της αρχαίας τέχνης, λειτούργησαν αποτελεσματικά ως υποδείγματα σωματικής και καλλιτεχνικής τελειότητας.
Ο εικοστός αιώνας δεν σεβάστηκε το θρησκευτικό χαρακτήρα του θέματος και επικεντρώθηκε στο σαρκικό, επιδιώκοντας το σκάνδαλο. Έτσι ο Άγιος και το μαρτύριό του έδωσαν τη δυνατότητα καπηλείας τους από ποικίλους κύκλους η οποίοι υπό αυτό τον τίτλο παρουσίασαν έργα εντελώς άσχετα με τον πνευματικό χαρακτήρα του μαρτυρίου του Αγίου.
http://alexandros-akestor.blogspot.com/2007/12/blog-post_18.html
Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009
"Μηδενισμός" και Πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ

Ο π. Σεραφείμ ήταν μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση φωτισμένου μοναχού, στον οποίο ο Θεός «αποκαλύφθηκε», τραβώντας τον από τα μηδενιστικά μονοπάτια ακριβώς τη στιγμή που ο κόσμος του είχε αρχίσει να γκρεμίζεται. Ποιός ήταν ο «κόσμος» του:Ο Ευγένιος Ρόουζ ήταν αναθρεμμένος στην αμερικανική ήπειρο (California) με το πνεύμα της δεκαετίας του '60: Αλκοόλ, flower power, drugs, ελευθεριότητα στις σχέσεις... Οπαδός της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας (ιδιαίτερα του Νίτσε) και των ανατολικών θρησκευτικών ρευμάτων, βαφτίστηκε Μεθοδιστής, "πέρασε" από φάσεις βουδισμού, αθεΐας, beatnik και έγινε ό πατήρ Σεραφείμ της αγάπης, της ταπεινώσεως και των αγιοπνευματικών αρετών. Σπούδασε και στο Παν. του Berkley ανατολικές γλώσσες στο δε Λύκειο του San Diego είχε βαθμολογηθεί σαν μεγαλοφυΐα στο IQ test.Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ είναι ότι πιο «μοντέρνο» φιλοσοφικά διαθέτει η Ορθοδοξία.
Στο καταπληκτικό βιβλίο «ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ» του μακαριστού πατέρα Σεραφείμ Ρόουζ, από τις εκδόσεις Μυριόβιβλος εξηγείται με ιδιαίτερο τρόπο πως η ανθρωπότητα οδηγήθηκε στον μηδενισμό απορρίπτοντας σταδιακά την ύπαρξη του Θεού και του διαβόλου,αμφισβητώντας την αλήθεια που είναι ο Χριστός και τοποθετώντας στην θέση του Θεού τον ίδιο τον άνθρωπο ή ίσως έναν απρόσωπο Θεό,μία αφηρημένη έννοια που όμως δεν οδηγεί στην σωτηρία και στην αιώνια ζωή αλλά στο χάος και το σκοταδισμό.
Ο Μηδενισμός – η πίστη ότι δεν υπάρχει Απόλυτη Αλήθεια, ότι ή αλήθεια είναι σχετική -,αποτελεί, κατά τη δήλωση του Ευγένιου, τη βασική φιλοσοφία του 20ου αιώνα: «Στην εποχή μας έχει διαχυθεί και επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό, έχει εισχωρήσει βαθειά στο νου και την καρδιά του σύγχρονου ανθρώπου, ώστε δεν υπάρχει πλέον μέτωπο αντίστασης». «Ό πυρήνας αυτής της φιλοσοφίας», αναφέρει, «εκφράστηκε καθαρότατα από τον Νίτσε, καθώς και από έναν χαρακτήρα του Ντοστογέφσκυ στη φράση: Ό Θεός είναι νεκρός. Ό ορισμός του Μηδενισμού έχει γίνει από τον Νίτσε: «Οτι δεν υπάρχει αλήθεια, το απόλυτο δεν υφίσταται, δεν έχουμε «υπόσταση». Αυτό και μόνον συνιστά το Μηδενισμό και μάλιστα στην ακραία, μορφή του.». Άρα, ό άνθρωπος γίνεται Θεός και όλα είναι δυνατά». Ο Ευγένιος, βασισμένος στα βιώματά του, πίστευε ότι ό άνθρωπος δεν μπορεί να προσεγγίσει τον Χριστό εάν δεν συνειδητοποιήσει πόσο απομακρυσμένοι είναι ό ίδιος και ή κοινωνία από Αυτόν, δηλαδή εάν δεν έρθει αντιμέτωπος με τον ίδιο το Μηδενισμό. «Ό Μηδενισμός ενυπάρχει σε όλους στην εποχή μας», έγραψε, «και αυτοί, οι όποιοι δεν επιλέγουν να τον αντιμάχονται με τη βοήθεια του Θεού στο όνομα της πληρότητας της εν Χριστώ ζωής, πνίγονται οι αυτόν. Οδηγηθήκαμε στην άκρη της μηδενιστικής αβύσσου και, είτε αναγνωρίζουμε τη φύση της είτε όχι, θα εγκολπωθούμε σε αυτήν λόγω της αεί ενυπάρχουσας μηδαμινότητας. Μόνη ελπίδα λύτρωσης παραμένει ή στροφή μας προς τη μόνη και αληθινή πίστη στο Χριστό (τη μη αμφίβολη εν αμφιβολία), χωρίς τον οποίο είμαστε στην πραγματικότητα μηδέν».
Συνεχίζει:
«…Ο νέος θεός δεν είναι Ον αλλά ιδέα, δεν αποκαλύπτεται μέσα στην πίστη και την ταπείνωση αλλά κατασκευάζεται από υπερήφανα μυαλά πού αισθάνονται ακόμη την ανάγκη για «εξήγηση» αφού απολέσουν τον πόθο για σωτηρία. Αυτός είναι ό νεκρός θεός των φιλοσόφων πού αποζητούν μόνον μια «πρωταρχική αιτία» για να συμπληρώσουν τα συστήματα τους, ό θεός των «θετικιστών» και άλλων σοφιστών περί της θρησκείας πού εφευρίσκουν έναν θεό διότι τον «χρειάζονται» και στη συνέχεια σκέπτονται να τον «χρησιμοποιήσουν» κατά βούληση. Είτε «δεϊστής», «ιδεαλιστής», είτε «πανθεϊστής» ή «παγκοσμιϊστής», κάθε σύγχρονος θεός αποτελεί παρόμοιο νοητικό κατασκεύασμα, δομημένο από ψυχές πού έχουν νεκρωθεί αφού έχασαν την πίστη στον αληθινό Θεό. Τα αθεϊστικά επιχειρήματα εναντίον αυτών των θεών είναι τόσο ακαταμάχητα όσο και άτοπα. "Ένας τέτοιος θεός είναι, στην πραγματικότητα, ένας μη θεός. Αδιάφορος προς τον άνθρωπο, αδύναμος να δράσει εν τω κόσμω (εκτός της δυνατότητας να εμπνεύσει παγκόσμια «αισιοδοξία»), αισθητώς αδυνατότερος των ανθρώπων πού τον εφηύραν. Περιττεύει να σημειώσουμε ότι, με αφετηρία έναν τέτοιο θεσμό, δεν μπορεί να οικοδομηθεί κάτι ασφαλές…»
Αλλού:
«…Η πίστη γεννά τη συνοχή. Ο κόσμος της πίστης, πού κάποτε ήταν ό φυσιολογικός κόσμος, είναι υπέρτατα συνεκτικός, διότι καθετί μέσα σε αυτόν προσανατολίζεται στο Θεό για την αρχή και το τέλος του και νοηματοδοτείται από αυτόν τον προσανατολισμό. Ο Μηδενιστής επαναστάτης, καταστρέφοντας αυτόν τον κόσμο, εμπνέει έναν καινούριο: τον κόσμο του «παραλόγου». Αυτή ή λέξη, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως στον παρόντα χρόνο για να περιγράψει τη δύσκολη θέση του συγχρόνου άνθρωπου, έχει βαθύτερη έννοια, εάν κατανοηθεί με τρόπο ορθό. Εάν το μηδέν είναι το κέντρο του κόσμου, τότε ό κόσμος, τόσο στην ουσία του όσο και στις επιμέρους λεπτομέρειες, είναι ασυνεχής, αποτυγχάνει να συγκρατεί, είναι παράλογος. Ό Νίτσε, περισσότερο από κάθε άλλον, με τρόπο καθαρό και ακριβή περιέγραψε αυτόν τον κόσμο, τον «προφήτη» του και το ίδιο το πέρασμα όπου για πρώτη φορά διατυπώνεται η κύρια αρχή του, ο «θάνατος του Θεού».
Συγκλονιστικά τα λόγια του Νίτσε στο απόσπασμα που ακολουθεί (ναι του Νίτσε!):
Τον σκοτώσαμε (τον Θεό), εσύ και εγώ. Είμαστε όλοι δολοφόνοι του! "Όμως πώς το κάναμε; Πώς μπορέσαμε να πιούμε τη θάλασσα; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι να σβήσουμε όλον τον ορίζοντα; Τί κάναμε όταν απομακρύναμε αυτήν τη γη από τον ήλιο της; Προς τα πού κατευθύνεται τώρα; Ποια ή δική μας κατεύθυνση κίνησης; Μακριά από όλους τους ήλιους; Μήπως παραπαίουμε διαρκώς; Μπροστά, πίσω, πλαγίως, προς όλες τις κατευθύνσεις; υπάρχει ακόμη πάνω και κάτω; Μήπως πλανώμαστε μέσα στο ατελείωτο μηδέν; Μήπως το κενό δεν αναπνέει πάνω μας; Δεν έγινε πιο κρύο; Μήπως ή νύχτα δεν έρχεται πια διαρκώς, ολοένα και σκοτεινότερη; (Νίτσε, «Η χαρούμενη γνώση, κεφ. 125)…
<<… «Ο Αθεϊσμός», γράφει ο Ευγένιος, «ό αληθινός υπαρξιακός αθεϊσμός πού σιγοκαίει παρέα με το μίσος για έναν κατά τα φαινόμενα άδικο ή αγνώμονα Θεό, είναι μια πνευματική κατάσταση. Πρόκειται για προσπάθεια αντιμετώπισης του αληθινού Θεού, του Οποίου οι τρόποι είναι τόσο ανεξήγητοι ακόμη και για τους πλέον πιστούς ανθρώπους. Είναι, δε, γνωστό ότι συνήθως καταλήγει στη θέασή Του, αφού ό άθεος στην πραγματικότητα αναζητεί το Θεό. Στις ψυχές αυτών των ανθρώπων εργάζεται ή Θεία Χάρις…
...Ό 'Αντίχριστος συναντάται πρωτίστως στους μετρίους ομολογητές, σε εκείνους πού έχουν το Χριστό μόνον στα χείλη τους, παρά στους μεγάλους αρνητές. Ό Νίτσε, αυτοαποκαλούμενος Αντίχριστος, ομολογούσε τη μεγάλη εσωτερική αναζήτηση του Χριστού ...>>
…Μηδέν, ασυνέχεια, άντιθεϊσμός, μίσος για την αλήθεια: αυτά για τα όποια συζητήσαμε εδώ αποτελούν κάτι περισσότερο από απλή φιλοσοφία, ακόμη και από μία επανάσταση του ανθρώπου έναντι ενός Θεού τον όποιο δεν θα υπηρετήσει πλέον. Μια λεπτή διάνοια βρίσκεται πίσω από αυτά τα φαινόμενα και ένα ιδιοφυές σχέδιο το όποιο τόσο ό φιλόσοφος όσο και ο επαναστάτης υπηρετούν αλλά δεν ορίζουν: πρόκειται για το έργο του Διαβόλου.
Πολλοί Μηδενιστές, πέρα από τη διαφωνία τους για το γεγονός, δοξάζονται μέσα σε αυτό. Ό Μπακούνιν βρήκε τον εαυτό του στην πλευρά του «Διαβόλου, του αιωνίου επαναστάτη, του πρώτου ελεύθερου στοχαστή και χειραφέτη των κόσμων». Ο Νίτσε αυτοαποκλήθηκε «Αντίχριστος». Ποιητές, εξαθλιωμένοι καλλιτέχνες και γενικώτερα οι avant-garde από την εποχή του Ρομαντισμού ενθουσιάζονταν από το Σατανισμό και ορισμένοι προσπάθησαν να τον μετατρέψουν σε θρησκεία. Ο Φρούδων επικαλείτο το Σατανά πολύ συχνά:
"Έλα σε έμενα, Διάβολε, Σατανά, οποίος και εάν είσαι.
Διάβολε πού ή πίστη των πατέρων μου αντέκρουσε με
το Θεό και την Εκκλησία. Θα δράσω ως φερέφωνο
σου και δε θα ζητήσω αντάλλαγμα. (18. Γενική ιδέα περί της 'Επαναστάσεως. Επίσης, Δικαιοσύνη, III, σελ. 433-434 (deLubac, 173).
Τι μπορεί να σκεφθεί ό 'Ορθόδοξος Χριστιανός για αυτές τις λέξεις; Οι Απολογητές και οι ακαδημαϊκοί της Μηδενιστικής σκέψης, όταν αντιμετωπίζουν τέτοιες αναφορές ως ανάξιες σχολίων, συνήθως τις παρακάμπτουν με το χαρακτηρισμό των φανταστικών υπερβολών και των σκληρών μεταφορών πού πιθανώς εκφράζουν μια παιδική «επαναστατικότητα». Θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι υπάρχει παιδιάστικη ποιότητα στην έκφραση χαρακτηριστικών του σύγχρονου Σατανισμού. Εκείνοι πού με εύκολο τρόπο επικαλούνται το Σατανά και προδηλώνουν τον Αντίχριστο δεν έχουν παρά λίγη γνώση για το βάρος των λόγων τους και λίγοι τους αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα. Αυτή ή αφελής σκληρότητα αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλήθεια. Η Μηδενιστική Επανάσταση στέκεται ενάντια στην εξουσία και την τάξη, ενάντια στην Αλήθεια, στο Θεό. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να συνταχθεί με τον Διάβολο. Ό Μηδενιστής, καθώς συνήθως δεν πιστεύει ούτε στο Θεό ούτε στο Διάβολο, μπορεί να νομίζει ότι είναι έξυπνη κίνηση να υπερασπιστεί, στη μάχη εναντίον του Θεού, τον παλαίτατο εχθρό του Θεού. Όμως, ενόσω νομίζει ότι απλώς παίζει με τις λέξεις, στην πραγματικότητα ομολογεί την αλήθεια.
Πιο κάτω:
…Οι πλέον βίαιοι επαναστάτες - ο Νετσάγιεφ ή ο Μπακούνιν, ο Λένιν ή ο Χίτλερ - ακόμη και οι εξαθλιωμένοι εφαρμοστές της «προπαγάνδας του χρέους», ονειρεύθηκαν τη «νέα τάξη» που θα μπορούσαν να φέρουν οι καταστροφικές ενέργειες τους σε σχέση με την Παλαιά Τάξη...
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο : «Η Καταστροφή της Παλαιάς Τάξης» Σας το παραθέτω ολόκληρο, δεν είναι μεγάλο :
«Το πρώτο και πλέον εμφανές πράγμα στο πρόγραμμα του Μηδενισμού είναι ή καταστροφή της Παλαιάς Τάξης. Η Παλαιά Τάξη ήταν το έδαφος πού τρεφόταν από τη χριστιανική αλήθεια και στο όποιο είχαν τις ρίζες τους οι άνθρωποι. Οι νόμοι και οι θεσμοί της, ακόμη και οι συνήθειες της, θεμελιώνονταν σε αυτήν την Αλήθεια και αφιερώνονταν στη διδασκαλία της. Οι δομές της αναφέρονταν στη δόξα του Θεού και ήταν ορατό σημείο της Τάξης Του πάνω στη γη. Ακόμη και οι γενικώτερα αναφερόμενες ως «πρωτόγονες» (αλλά φυσικές) συνθήκες διαβίωσης χρησίμευαν (χωρίς αυτό να είναι προσχεδιασμένο) ως υπενθύμιση για τον προσωρινό ταπεινό τόπο του ανθρώπου στη γη, για την εξάρτηση του από το Θεό, ακόμη και για τις λιγοστές επίγειες ευλογίες, καθώς και για το αληθινό σπίτι του πού βρίσκεται πίσω από αυτό το «προπέτασμα δακρύων», στο Ουράνιο Βασίλειο. O αποτελεσματικός πόλεμος εναντίον του Θεού και της Αλήθειας Του απαιτεί την καταστροφή κάθε στοιχείου αυτής της Παλαιάς Τάξης. Στο σημείο αυτό, ή ιδιόμορφη αρετή των Μηδενιστών πού σχετίζεται με τη βία έρχεται στο προσκήνιο. Η βία δεν αποτελεί τυχαία όψη της Μηδενιστικής Επανάστασης, άλλα μέρος της ουσίας της. Σύμφωνα προς το Μαρξιστικό «δόγμα», «η δύναμη είναι η ενδιάμεση σύζυγος κάθε παλαιάς κοινωνίας πού κυοφορεί μία νέα μορφή κοινωνίας».1 Η δύναμη σχετίζεται με τη βία, ακόμη και με ένα είδος έκστασης στην προοπτική της χρήσης της, πλούσιο στην επαναστατική λογοτεχνία. Ό Μπακούνιν επικαλέσθηκε τα «διαβολικά πάθη» και μίλησε για την απελευθέρωση της «λαϊκής αναρχίας»2 προς μία «παγκόσμια καταστροφή». Ή «Επαναστατική Κατήχηση» του είναι το προοίμιο της άλογης βίας. Ό Μαρξ υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του «επαναστατικού τρόμου» ως του μόνου μέσου για την επίσπευση της έλευσης του Κομμουνισμού.3 Ο Λένιν όρισε τη «δικτατορία του προλεταριάτου» (τη φάση όπου ακόμη βρίσκεται ή Σοβιετική "Ένωση) ως «μία κατοχή πού δε δεσμεύεται από το νόμο και βασίζεται στη βία».4 Ή δημαγωγική χειραγώγηση των μαζών και ή υποκίνηση βασικών παθών για επαναστατικούς λόγους υπήρξαν επί μακρόν βασικές πρακτικές των Μηδενιστών. Το πνεύμα της βίας επικράτησε στον αιώνα μας βαθύτερα λόγω των Μηδενιστικών καθεστώτων του Μπολσεβικισμού και του Εθνικο-Σοσιαλισμού. (σημ. ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΖΩ ότι σε όλο το έργο του ο π. Ρόουζ, φαίνεται ξεκάθαρα ότι μιλάει για Μάρξ, Λένιν, Μπολσεβίκους κλπ, έχοντας στο νού του ΑΥΤΟ που γνωρίσαμε και μείς σαν Σταλινικό-«υπαρκτό» «κομμουνισμό»). Σε αυτά δόθηκε πρώτος ρόλος για το Μηδενιστικό έργο της καταστροφής της Παλαιάς Τάξης. Και τα δύο, οποίες και εάν είναι οι ψυχολογικές διαφοροποιήσεις τους και τα ιστορικά «ατυχήματα» πού τα τοποθέτησαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, υπήρξαν συνεταίροι στη μανιώδη επίτευξη αυτού του έργου. Ό Μπολσεβικισμός, μεταξύ των δύο, είχε παθητικότερο ρόλο, καθώς βρισκόταν σε θέση να δικαιολογεί τα τερατώδη εγκλήματα του λόγω της αναφοράς του σε έναν ψευδο-χριστιανισμό, έναν μεσσιανικό ιδεαλισμό τον οποίο χλεύαζε ό Χίτλερ. Ό ρόλος του Χίτλερ στο πρόγραμμα του Μηδενισμού ήταν περισσότερο ειδικός και επαρχιώτικος, το ίδιο όμως ουσιώδης. 'Ακόμη και στην αποτυχία -στην πραγματικότητα, ειδικότερα στην αποτυχία των φαινομενικών στόχων του - ό Ναζισμός υπηρέτησε το λόγο αυτού του προγράμματος. Αρκετά μακρύτερα από τα πολιτικά και ιδεολογικά πλεονεκτήματα πού ή Ναζιστική παρεμβολή στην Ευρωπαϊκή ιστορία χάρισε στις Κομμουνιστικές δυνάμεις (ό Κομμουνισμός, παρ' ότι ευρέως και εσφαλμένως πιστεύεται, ακόμη και εάν είναι διαβολικός, δεν μπορεί να είναι στο βαθμό του Ναζισμού), βρίσκεται μία άλλη, περισσότερο εμφανής και άμεση λειτουργία της. Ό Goebbels εξήγησε αυτή τη λειτουργία στις ραδιοφωνικές εκπομπές του τις τελευταίες ημέρες του Πολέμου:
…Ό τρόμος των βομβαρδισμών δεν απαλύνει τον πόνο ούτε των πλουσίων ούτε των φτωχών. Μπροστά στα εργοτάξια του ολοκληρωτικού πολέμου, τα τελευταία ταξικά όρια κατερρίφθησαν.... Μαζί με τα μνημεία του πολιτισμού κατακερματίζονται και τα τελευταία εμπόδια για την ολοκλήρωση του επαναστατικού μας έργου. Τώρα πού όλα έγιναν συντρίμμια, είμαστε αναγκασμένοι να ξαναχτίσουμε την Ευρώπη. Στο παρελθόν, οι ιδιωτικές κτήσεις μας συγκρατούσαν στην αριστοκρατία. Σήμερα, οι βόμβες, αντί να σκοτώσουν όλους τους Ευρωπαίους, έρριξαν τους τοίχους των φυλακών πού τις κρατούσαν φυλακισμένες... Στην προσπάθεια να καταστρέψει το μέλλον της Ευρώπης, ο εχθρός πέτυχε να καταστρέψει το παρελθόν της και μέσω αυτού κάθε τι παλαιό και χρησιμοποιημένο έφυγε.5
Με αυτόν τον τρόπο, ό Ναζισμός και ό πόλεμος του προξένησαν στην Κεντρική Ευρώπη ό,τι προξένησε ό Μπολσεβικισμός με την 'Επανάσταση του για τη Ρωσία: κατέστρεψε την Παλαιά Τάξη και άνοιξε το δρόμο για τη δόμηση της «νέας». Ό Μπολσεβικισμός τότε δεν δυσκολεύθηκε να προχωρήσει από εκεί όπου είχε σταματήσει ό Ναζισμός. Σε λίγα χρόνια όλη ή Κεντρική Ευρώπη πέρασε στη «δικτατορία του προλεταριάτου», δηλ. την τυραννία των Μπολσεβίκων, για την οποία είχε προετοιμάσει το δρόμο με τρόπο αποτελεσματικό ό Ναζισμός.
Ό Μηδενισμός του Χίτλερ ήταν πολύ καθαρός και ανισόρροπος, ώστε να παίξει ρόλο μεγαλύτερο από αυτόν τον αρνητικό και πρωτοβάθμιο ρόλο πού έπαιξε σε όλο το Μηδενιστικό πρόγραμμα. Ό ρόλος του, ακριβώς όπως ό ρόλος της αμιγώς αρνητικής πρώτης φάσης του Μπολσεβικισμού, εξαντλήθηκε, και το επόμενο στάδιο ανήκει σε μία δύναμη πού κατέχει μια πληρέστερη εικόνα της Επανάστασης. Πρόκειται για τη Σοβιετική δύναμη στην όποια ό Χίτλερ αφιέρωσε, στην πραγματικότητα, την κληρονομιά των λέξεων «το μέλλον ανήκει μόνον στο ισχυρότερο ανατολικό έθνος».
Σας παραθέτω και τη βιβλιογραφία του κεφαλείου αυτού:
1 Karl Marx, Κεφάλαιο, Σικάγο, Charles Kerr and company, 1906, τόμ. Ι, σελ. 824.
2 Πρβλ. σχετικές αναφορές στον Ε. Η. Carr, ένθ' ανωτέρω, σελ. 173,435 και στον Maximoff, ένθ' ανωτέρω, σελ. 380-381.
3 Για μια σύνοψη των θέσεων του Μαρξ για τη βία πρβλ. J. E. Le Rossignol, Άπό τον Μαρξ στον Στάλιν, Νέα Υόρκη, Thomas Y. Cowell Company, 1940, σελ. 321-322.
4 'Αριστερός Κομμουνισμός, στο έργο του Στάλιν Θεμέλια του Λενινισμού, Νέα Υόρκη, International Publishers, 1932, σελ. 47. (Ή: Επανάσταση τον Προλεταριάτου και ό αποστάτης Kautsky, Little Lenin Library, αρ. 18, σελ. 19.)
5. Πρβλ. Η. R. Trevor Roper, Οι τελευταίες ημέρες του Χίτλερ, Νέα 'Υόρκη, The McMillan Company, 1947, σελ. 50-51.
Ας δούμε μερικά ακόμα αποσπάσματα από το βιβλίο:
…Τέτοιο ήταν το όνειρο του Λένιν. Διότι, προτού λήξει ή «δικτατορία του προλεταριάτου», «ή κοινωνία θα έχει γίνει ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο, μέ ίση εργασία και ίσες αμοιβές». Στη Μηδενιστική «νέα γη» όλη ή ανθρώπινη ενέργεια αναλίσκεται σε εγκόσμιες έγνοιες. Κάθε τι στο ανθρώπινο περιβάλλον και κάθε αντικείμενο σε αυτό υπηρετούν την «παραγωγή» και υπενθυμίζουν στον άνθρωπο ότι ή μόνη χαρά βρίσκεται σε αυτόν τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την καθιέρωση του απόλυτου δεσποτισμού της κοσμικότητας...
Επίσης, απίστευτη ανάλυση – περιγραφή του ανθρώπου τηες ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ:
…Εάν κοιτάξουμε το θέμα με τρόπο ρεαλιστικό, τί είναι αύτη η «αλλαγή», ό «νέος άνθρωπος»; Είναι ό έκριζος άνθρωπος, αυτός πού βρίσκεται σε ασυνέχεια με το παρελθόν πού κατέστρεψε ό Μηδενισμός, η πρώτη ύλη του ονείρου κάθε δημαγωγού. Ο «ελευθέρως σκεπτόμενος» και σκεπτικός, πού αποκλείει την αλήθεια αλλά είναι «δεκτικός» σε κάθε νέο λόγιο ρεύμα, επειδή ό ίδιος δεν διαθέτει τέτοια θεμέλια. Ό «τυχοδιώκτης» κάποιας «νέας αποκάλυψης», έτοιμος να πιστέψει κάθε τι καινούριο, διότι ή αληθινή πίστη του έχει εξαλειφθεί. Ο σχεδιάζων και πειραματιζόμενος, πού λατρεύει το «γεγονός», διότι έχει εγκαταλείψει την αλήθεια, καθώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως ένα ευρύ εργαστήριο στο όποιο είναι ελεύθερος να προσδιορίσει τί είναι «δυνατόν». Ο αυτόνομος άνθρωπος, πού προσποιείται ότι είναι μετριόφρων μόνον επειδή ζητά τα «δικαιώματά» του, ενώ είναι γεμάτος από την υπερηφάνεια πού του υπόσχεται ότι κάθε τι πρέπει να του προσφέρεται σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν καθορισμένες από τις αρχές απαγορεύσεις. Ο άνθρωπος της στιγμής, χωρίς συνείδηση ή αξίες, και κατά συνέπεια στο έλεος του ισχυρότερου «ερεθίσματος». Ο «επαναστάτης», πού μισεί κάθε πίεση και εξουσία, διότι ό ίδιος ό εαυτός του είναι ό μοναδικός και μόνος θεός του. Ο «άνθρωπος της μάζας», αυτός ό νέος βάρβαρος, ό τελείως «υποβιβασμένος» και «απλοποιημένος» και ικανός για τις πλέον στοιχειώδεις ιδέες και από την άλλη πλευρά εκείνος πού απεχθάνεται κάθε έναν πού αναδεικνύει υψηλότερα πράγματα ή την αληθινή πολυπλοκότητα της ζωής.
…Η νέα εποχή, την οποία πολλοί ονομάζουν «μετα-χριστιανική» εποχή, είναι ταυτοχρόνως μια εποχή «πέραν του Μηδενισμού» - μια φράση που εκφράζει γεγονός και ελπίδα. Το γεγονός πού εκφράζει είναι ότι ό Μηδενισμός, αρνητικός στην ουσία του, όσο θετικός κι αν θεωρηθεί ότι είναι στις βλέψεις του, οφείλοντας όλη την ενέργεια του στο πάθος για καταστροφή της χριστιανικής αλήθειας, φθάνει στο τέλος του προγράμματος του με την παραγωγή μιας μηχανοποιημένης «νέας γης» και ενός απανθρωποιημένου «νέου ανθρώπου». Αφού ή χριστιανική επιρροή στον άνθρωπο και την κοινωνία παύθηκε με τρόπο αποτελεσματικό, ό Μηδενισμός πρέπει να αποσυρθεί και να παραχωρήσει τη θέση του σε ένα καινούριο, περισσότερο «κονστρουκτιβιστικό» κίνημα, το όποιο μπορεί να δρα με αυτόνομα και θετικά κίνητρα. Αυτό το κίνημα, το οποίο θα περιγράψουμε στο επόμενο κεφάλαιο δίνοντας του το όνομα 'Αναρχία, αναλαμβάνει την Επανάσταση στο σημείο όπου ό Μηδενισμός εγκαταλείπει και προσπαθεί να ολοκληρώσει λογικά το κίνημα του…
…Η «νέα εποχή», καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό έργο του Μηδενισμού, θα αποτελέσει, στην ουσία της, παρόμοια εποχή με αυτήν πού ήδη γνωρίζουμε. Κάποιος πού επιθυμεί να μην το πιστέψει αυτό, να αναζητήσει τη σωτηρία σε κάποια νέα «ανάπτυξη», είτε αυτή προέρχεται από τις αναπόφευκτες δυνάμεις της «προόδου» ή της «εξέλιξης» ή κάποιας ρομαντικής «διαλεκτικής», είτε από το θησαυροφυλάκιο τον μυστηριώδους «μέλλοντος» μπροστά στο οποίο ό άνθρωπος στέκεται με δεισιδαίμον δέος, δεν θα είναι παρά το θύμα μιας θηριώδους ουτοπίας. Ο Μηδενισμός, πιο βαθειά, είναι πνευματική αποδιοργάνωση και μπορεί να προσπερασθεί μόνον με πνευματικά μέσα, για τα όποια δεν γίνεται σήμερα κάποια προσπάθεια. Η Μηδενιστική ασθένεια φαίνεται πώς αφήνεται να «αναπτυχθεί» έως τέλους. Ο στόχος της επανάστασης, αρχικώς ή παραίσθηση λίγων παθιασμένων νόων, έγινε στόχος της ίδιας της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι εξαντλήθηκαν. Το Βασίλειο του Θεού είναι τόσο απόμακρο, ή οδός της ορθόδοξης Χριστιανικής ζωής είναι πολύ στενή και απαιτητική. Η επανάσταση κατέκτησε το «πνεύμα της εποχής» και ή πορεία αντίθετα σε αυτό το δυναμικό ρεύμα απαιτεί περισσότερα από αυτά πού μπορεί να κάνουν οι σύγχρονοι άνθρωποι. Απαιτεί συγκεκριμένα εκείνα τα δύο πράγματα πού εξαφανίσθηκαν από το Μηδενισμό: Αλήθεια και Πίστη…
…Ακόμη και σήμερα, που οι άνθρωποι φαίνονται αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την αλήθεια, δεν υπάρχει ανάγκη να αποδυναμωθούν οι πραγματικότητες της άλλης ζωής. Είτε πρόκειται για Μηδενιστές είτε για μετριοπαθέστερους ουμανιστές, οι οποίοι εικάζουν ότι θα μετρήσουν τη Θέληση του Ζώντος Θεού και θα Τον κρίνουν για την «αγριότητα» Του, κάποιος μπορεί να τους απαντήσει με την αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα σε κάτι στο όποιο οι περισσότεροι από αυτούς ισχυρίζονται ότι πιστεύουν: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ό Θεός μας κάλεσε στην πλήρη και θεϊκή δόξα των τέκνων Του και όχι στο σύγχρονο «παράδεισο» της χαλάρωσης και του ύπνου. Εάν εμείς, για τους οποίους ό Θεός μας πιστεύει ότι είμαστε άξιοι του δώρου, το αρνηθούμε, τότε είναι καλύτερη ή πυρά της Κόλασης, τα βάσανα αύτης της τελευταίας και επίπονης απόδειξης της υψηλής κλίσης του ανθρώπου και της αναντίρρητης Αγάπης του Θεού για όλους τους ανθρώπους, από το μηδέν πού επιδιώκουν άνθρωποι με περιορισμένη πίστη και ό σύγχρονος Μηδενισμός. Εάν ό άνθρωπος δεν αξίζει τον Παράδεισο, τότε αξίζει τουλάχιστον την Κόλαση.
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Ο γάμος ως οδός προς την σωτηρία
"Παράλαβε τους στεφάνους αυτών εν τη Βασιλεία Σου" λέει ο ιερέας στον Κύριό μας λίγο πριν την τελική ευλογία του γαμπρού και της νύμφης στο Ορθόδοξο μυστήριο του γάμου […]
Η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι αφηρημένη, αλλά προσωπική. Δίνει σημασία όχι στις γενικές αρχές ή σε κάποιον θεωρητικό κώδικα ηθικής, αλλά στη σωτηρία μοναδικών και ιδιαίτερων προσώπων δημιουργημένων κατ' εικόνα Θεού. […]
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αποκαλεί το γάμο "θείον μυστήριον της αγάπης". Ως τέτοιος ο γάμος εκφράζει κάτι συνολικά ουσιαστικό για την ανθρώπινη υπόστασή μας. Γιατί εμείς, τα ανθρώπινα όντα, έχουμε κτιστεί κατ' εικόνα Θεού και συγκεκριμένα κατ' εικόνα του Θεού της Αγίας Τριάδος, "Ο Θεός αγάπη έστιν" (κατά Ιωάνη, 14:8) όχι ένα άτομο μόνο του που αγαπά μόνο τον εαυτό του, αλλά μια κοινότητα ή κοινωνία τριών προσώπων που αγαπούν το ένα το άλλο. Ο Θεός δεν είναι απλά προσωπικός μα διαπροσωπικός, όχι απλά μία μονάδα αλλά μία ενότητα. Ο Θεός είναι αλληλεγγύη, ανταλλαγή, απόκριση, αμοιβαιότητα. Αν όλα αυτά ισχύουν για το Θεό, τότε πρέπει α ισχύουν και για τον άνθρωπο που κτίστηκε κατ' εικόνα Θεού. Αν ο Θεός είναι αγάπη, τότε κι ο άνθρωπος είναι αγάπη - όχι αγάπη προς τον εαυτό, αλλά αγάπη που μοιράζεται. Κι ο άνθρωπος είναι επίσης αλληλεγγύη, ανταλλαγή, απόκριση, αμοιβαιότητα. Κι εμείς τα ανθρώπινα όντα, όπως και τα τρία θεϊκά πρόσωπα, βρίσκουμε την τελείωση ζώντας σε κοινότητα ή κοινωνία. "Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού έστι" (Ιωάννου Α΄ 4:7)
Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, διαφορετικοί τρόποι έκφρασης αυτής της αμοιβαίας αγάπης. Ο μοναχισμός και η μοναστική ζωή μπορούν να είναι επίσης "θεία μυστήρια της αγάπης". Η εντολή "αγαπάτε αλλήλους" απευθύνεται σ' όλους εξίσου κι όχι μόνο στα παντρεμένα ζευγάρια. Αλλά η βασική και πρωταρχική μορφή της ανθρώπνιης κοινωνίας ή κοινότητας θα είναι πάντα η αμοιβαία αγάπη του άνδρα και της γυναίκας μέσα στο γάμο. Αυτή είναι η πρωτογενής ανθρώπινη σχέση πάνω στην οποία βασίζονται όλες οι άλλες εκφράσεις της διαπροσωπικής κοινότητας. Ο γάμος, εξάλλου, ως "θείο μυστήριο της αγάπης", εκφράζει τη θεμελιώδη ανθρώπινη υπόσταση σύμφωνα με τη θεία εικόνα. Κι αυτό συμβαίνει εξαιτίας του ότι εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε σ' έναν Θεό που είναι Τριάδα κι έχουμε κτιστεί κατά την Τριαδική του εικόνα.
"Τίμιος ο γάμος εν πάσι" (προς Εβραίους, 13:4). Σε πολυάριθμες ασκητικές ομάδες στο περιθώριο της Εκκλησίας, κατά την διάρκεια των πρώτων αιώνων, η έγγαμη κατάσταση θεωρείτο ασυμβίβαστη ως προς μια ολοκληρωτική χριστιανική παράδοση. Αυτοί που επρόκειτο να βαπτισθούν, αν ήταν ακόμα άγαμοι, έπρεπε να διατηρήσουν την παρθενία τους για το υπόλοιπο της ζωής τους, ενώ τα παντρεμένα ζευγάρια έπρεπε να μείνουν χώρια πριν αρχίσει η μύησή τους στο χριστιανισμό. Όμως, η Εκκλησία στο σύνολό της απέρριψε τις απαιτήσεις αυτών των "εγκρατικών" κινημάτων, επιμένοντας ότι ο γάμος αποτελεί πραγματικά οδό προς την αγιότητα. Τα παντρεμένα ζευγάρια, όχι σε μικρότερο βαθμό από τους μονάζοντες, μπορούν να κατορθώσουν την πληρότητα της θεώσεως ή την εν Χριστώ θεοποίηση.
Είναι αλήθεια ότι οι Πατέρες, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι, δηλώνουν συχνά ότι η μοναχική κλήση - νοητή ως "αγγελική" ή εσχατολογική προσδοκώμενη κατάσταση μετά την ανάσταση ( βλ. κατά Μάρκον 12:25, κατά Λουκά 20:3-36) είναι εγγενώς ανώτερη από την έγγαμη κατάσταση. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κι ο γάμος δεν είναι "τίμιος εν πάσι". Επιπλέον, υπάρχουν πατερικά κείμενα τα οποία αναφέρουν ότι η ανώτερη κατάσταση για κάθε πρόσωπο είναι πάντα η συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει κληθεί. Κάποτε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού σε κάποια πόλη είπαν στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο που θα έβρισκε δύο ανθρώπους πιο προχωρημένους στην πνευματική ζωή από τον ίδιο. Τελικά, αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν δύο παντρεμένες γυναίκες που ζούσαν μία συνηθισμένη ζωή με τους συζύγους τους. "Πραγματικά", αναφώνησε ο Αγ. Μακάριος με θαυμασμό, "δεν υπάρχει ούτε παρθένος ούτε έγγαμος, ούτε μοναχός ούτε κοσμικός, παρά μόνο ο Θεός που δίνει το Άγιο Πνεύμα Του σε όλους, σύμφωνα με την προαίρεση του καθενός" (Vitae Patrum VI, iii, 17). Σύμφωνα με τον Άγ. Συμεών το Νέο Θεολόγο " Σε κάθε κατάσταση όποιο κι αν είναι το έργο ή η εργασία που περιλαμβάνει, η ζωή που βιώνεται για τον Κύριο και σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου αυτή είναι, που ευλογείται συνολικά" (Κεφάλαια iii 65).
Πως, όμως, μπορεί ο καθένας μας ν' ανακαλύψει για ποια κατάσταση έχει κληθεί; Σ' αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να υπάρξει μία μοναδική απάντηση. Δεν υπάρχει κάποια εξωτερική μέθοδος που μηχανικά κι αυτόματα θα μας αποκαλύψει ποια είναι η προσωπική μας κλήση, μοναχισμός ή γάμος. Αν περιμένουμε το Πνεύμα, χωρίς να έχουμε αποφασίσει μόνοι μας, μένοντας υπάκουοι στον Πνευματικό μας πατέρα, το Πνεύμα στην δική Του ώρα και με τον δικό Του τρόπο θα μας μιλήσει στις συγκεκριμένες συνθήκες που βρισκόμαστε. Ταυτόχρονα, ενόσω περιμένουμε το Πνεύμα, θα είναι η μεγαλύτερη βοήθεια για μας να έχουμε μπροστά στα μάτια της καρδιά μας τα παραδείγματα εκείνων που ακολούθησαν την κλήση του γάμου.[…]
Όπως επισημαίνει ο Παύλος Ευδοκίμωφ υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθει κανείς την ιδιαίτερη αξία της μοναχικής κλήσης κι αυτός είναι μαθαίνοντας να εκτιμά το θαύμα και την αγιότητα στην έγγαμη κατάσταση. Με τον ίδιο τρόπο, τα παντρεμένα ζευγάρια δεν μπορούν να αντιληφθούν όπως πρέπει το κάλλος της δικής τους κλήσης, αν δεν τιμούν εξίσου τη μοναχική ζωή. Οι δύο κλήσεις δεν είναι αντίθετες μα συμπληρωματικές, η μια επιβεβαιώνει την άλλη. "Παράλαβε τους στεφάνους αυτών εν τη Βασιλεία Σου". Ο απώτερος σκοπός του γάμου είναι οι δύο σύζυγοι να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο να εισέλθει στο θεϊκό Βασίλειο. Μέσω της αμοιβαίας αγάπης και της κοινής τους ζωής, οι δυο τους - μαζί με τα παιδιά τους, αν ο Κύριος τους έχει δώσει απογόνους - καλούνται να φέρουν ο ένας τον άλλον πιο κοντά στο Χριστό. Σαν μια αιώνια ένωση μεταξύ δύο μοναδικών κι αιωνίων προσωπικοτήτων, το θείο Μυστήριο του Γάμου δεν έχει άλλο τέλος απ' αυτό.
Απόσπασμα από την εισαγωγή του Επισκόπου Κάλλιστου Διοκλείας
για το βιβλίο "Έγγαμοι Άγιοι".
http://www.angelfire.com/nf/pandoxeion/206.html
Η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι αφηρημένη, αλλά προσωπική. Δίνει σημασία όχι στις γενικές αρχές ή σε κάποιον θεωρητικό κώδικα ηθικής, αλλά στη σωτηρία μοναδικών και ιδιαίτερων προσώπων δημιουργημένων κατ' εικόνα Θεού. […]
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αποκαλεί το γάμο "θείον μυστήριον της αγάπης". Ως τέτοιος ο γάμος εκφράζει κάτι συνολικά ουσιαστικό για την ανθρώπινη υπόστασή μας. Γιατί εμείς, τα ανθρώπινα όντα, έχουμε κτιστεί κατ' εικόνα Θεού και συγκεκριμένα κατ' εικόνα του Θεού της Αγίας Τριάδος, "Ο Θεός αγάπη έστιν" (κατά Ιωάνη, 14:8) όχι ένα άτομο μόνο του που αγαπά μόνο τον εαυτό του, αλλά μια κοινότητα ή κοινωνία τριών προσώπων που αγαπούν το ένα το άλλο. Ο Θεός δεν είναι απλά προσωπικός μα διαπροσωπικός, όχι απλά μία μονάδα αλλά μία ενότητα. Ο Θεός είναι αλληλεγγύη, ανταλλαγή, απόκριση, αμοιβαιότητα. Αν όλα αυτά ισχύουν για το Θεό, τότε πρέπει α ισχύουν και για τον άνθρωπο που κτίστηκε κατ' εικόνα Θεού. Αν ο Θεός είναι αγάπη, τότε κι ο άνθρωπος είναι αγάπη - όχι αγάπη προς τον εαυτό, αλλά αγάπη που μοιράζεται. Κι ο άνθρωπος είναι επίσης αλληλεγγύη, ανταλλαγή, απόκριση, αμοιβαιότητα. Κι εμείς τα ανθρώπινα όντα, όπως και τα τρία θεϊκά πρόσωπα, βρίσκουμε την τελείωση ζώντας σε κοινότητα ή κοινωνία. "Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού έστι" (Ιωάννου Α΄ 4:7)
Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, διαφορετικοί τρόποι έκφρασης αυτής της αμοιβαίας αγάπης. Ο μοναχισμός και η μοναστική ζωή μπορούν να είναι επίσης "θεία μυστήρια της αγάπης". Η εντολή "αγαπάτε αλλήλους" απευθύνεται σ' όλους εξίσου κι όχι μόνο στα παντρεμένα ζευγάρια. Αλλά η βασική και πρωταρχική μορφή της ανθρώπνιης κοινωνίας ή κοινότητας θα είναι πάντα η αμοιβαία αγάπη του άνδρα και της γυναίκας μέσα στο γάμο. Αυτή είναι η πρωτογενής ανθρώπινη σχέση πάνω στην οποία βασίζονται όλες οι άλλες εκφράσεις της διαπροσωπικής κοινότητας. Ο γάμος, εξάλλου, ως "θείο μυστήριο της αγάπης", εκφράζει τη θεμελιώδη ανθρώπινη υπόσταση σύμφωνα με τη θεία εικόνα. Κι αυτό συμβαίνει εξαιτίας του ότι εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε σ' έναν Θεό που είναι Τριάδα κι έχουμε κτιστεί κατά την Τριαδική του εικόνα.
"Τίμιος ο γάμος εν πάσι" (προς Εβραίους, 13:4). Σε πολυάριθμες ασκητικές ομάδες στο περιθώριο της Εκκλησίας, κατά την διάρκεια των πρώτων αιώνων, η έγγαμη κατάσταση θεωρείτο ασυμβίβαστη ως προς μια ολοκληρωτική χριστιανική παράδοση. Αυτοί που επρόκειτο να βαπτισθούν, αν ήταν ακόμα άγαμοι, έπρεπε να διατηρήσουν την παρθενία τους για το υπόλοιπο της ζωής τους, ενώ τα παντρεμένα ζευγάρια έπρεπε να μείνουν χώρια πριν αρχίσει η μύησή τους στο χριστιανισμό. Όμως, η Εκκλησία στο σύνολό της απέρριψε τις απαιτήσεις αυτών των "εγκρατικών" κινημάτων, επιμένοντας ότι ο γάμος αποτελεί πραγματικά οδό προς την αγιότητα. Τα παντρεμένα ζευγάρια, όχι σε μικρότερο βαθμό από τους μονάζοντες, μπορούν να κατορθώσουν την πληρότητα της θεώσεως ή την εν Χριστώ θεοποίηση.
Είναι αλήθεια ότι οι Πατέρες, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι, δηλώνουν συχνά ότι η μοναχική κλήση - νοητή ως "αγγελική" ή εσχατολογική προσδοκώμενη κατάσταση μετά την ανάσταση ( βλ. κατά Μάρκον 12:25, κατά Λουκά 20:3-36) είναι εγγενώς ανώτερη από την έγγαμη κατάσταση. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κι ο γάμος δεν είναι "τίμιος εν πάσι". Επιπλέον, υπάρχουν πατερικά κείμενα τα οποία αναφέρουν ότι η ανώτερη κατάσταση για κάθε πρόσωπο είναι πάντα η συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει κληθεί. Κάποτε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού σε κάποια πόλη είπαν στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο που θα έβρισκε δύο ανθρώπους πιο προχωρημένους στην πνευματική ζωή από τον ίδιο. Τελικά, αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν δύο παντρεμένες γυναίκες που ζούσαν μία συνηθισμένη ζωή με τους συζύγους τους. "Πραγματικά", αναφώνησε ο Αγ. Μακάριος με θαυμασμό, "δεν υπάρχει ούτε παρθένος ούτε έγγαμος, ούτε μοναχός ούτε κοσμικός, παρά μόνο ο Θεός που δίνει το Άγιο Πνεύμα Του σε όλους, σύμφωνα με την προαίρεση του καθενός" (Vitae Patrum VI, iii, 17). Σύμφωνα με τον Άγ. Συμεών το Νέο Θεολόγο " Σε κάθε κατάσταση όποιο κι αν είναι το έργο ή η εργασία που περιλαμβάνει, η ζωή που βιώνεται για τον Κύριο και σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου αυτή είναι, που ευλογείται συνολικά" (Κεφάλαια iii 65).
Πως, όμως, μπορεί ο καθένας μας ν' ανακαλύψει για ποια κατάσταση έχει κληθεί; Σ' αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να υπάρξει μία μοναδική απάντηση. Δεν υπάρχει κάποια εξωτερική μέθοδος που μηχανικά κι αυτόματα θα μας αποκαλύψει ποια είναι η προσωπική μας κλήση, μοναχισμός ή γάμος. Αν περιμένουμε το Πνεύμα, χωρίς να έχουμε αποφασίσει μόνοι μας, μένοντας υπάκουοι στον Πνευματικό μας πατέρα, το Πνεύμα στην δική Του ώρα και με τον δικό Του τρόπο θα μας μιλήσει στις συγκεκριμένες συνθήκες που βρισκόμαστε. Ταυτόχρονα, ενόσω περιμένουμε το Πνεύμα, θα είναι η μεγαλύτερη βοήθεια για μας να έχουμε μπροστά στα μάτια της καρδιά μας τα παραδείγματα εκείνων που ακολούθησαν την κλήση του γάμου.[…]
Όπως επισημαίνει ο Παύλος Ευδοκίμωφ υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθει κανείς την ιδιαίτερη αξία της μοναχικής κλήσης κι αυτός είναι μαθαίνοντας να εκτιμά το θαύμα και την αγιότητα στην έγγαμη κατάσταση. Με τον ίδιο τρόπο, τα παντρεμένα ζευγάρια δεν μπορούν να αντιληφθούν όπως πρέπει το κάλλος της δικής τους κλήσης, αν δεν τιμούν εξίσου τη μοναχική ζωή. Οι δύο κλήσεις δεν είναι αντίθετες μα συμπληρωματικές, η μια επιβεβαιώνει την άλλη. "Παράλαβε τους στεφάνους αυτών εν τη Βασιλεία Σου". Ο απώτερος σκοπός του γάμου είναι οι δύο σύζυγοι να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο να εισέλθει στο θεϊκό Βασίλειο. Μέσω της αμοιβαίας αγάπης και της κοινής τους ζωής, οι δυο τους - μαζί με τα παιδιά τους, αν ο Κύριος τους έχει δώσει απογόνους - καλούνται να φέρουν ο ένας τον άλλον πιο κοντά στο Χριστό. Σαν μια αιώνια ένωση μεταξύ δύο μοναδικών κι αιωνίων προσωπικοτήτων, το θείο Μυστήριο του Γάμου δεν έχει άλλο τέλος απ' αυτό.
Απόσπασμα από την εισαγωγή του Επισκόπου Κάλλιστου Διοκλείας
για το βιβλίο "Έγγαμοι Άγιοι".
http://www.angelfire.com/nf/pandoxeion/206.html
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Παλαιοημερολογίτες του Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τον Γέροντα, ήταν το θέμα του ημερολογίου. Πονούσε για το χωρισμό και προσευχόταν. Λυπόταν για τις παρατάξεις των παλαιοημερολογιτών που είναι ξεκομμένες σαν τα κλήματα από την Άμπελο, και δεν έχουν κοινωνία με τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και τις κατά τόπους αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Μερικές τέτοιες ενορίες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη ενώθηκαν καθ'υπόδειξή του με την Εκκλησία κρατώντας το παλαιό ημερολόγιο.
Έλεγε, λοιπόν ο Γέροντας: «Καλό ήταν να μην υπήρχε αυτή η εορτολογική διαφορά, αλλά δεν είναι θέμα πίστεως». Στις ενστάσεις ότι το νέο ημερολόγιο το έκανε Πάπας, απαντούσε: «Το νέο ημερολόγιο το έκανε Πάπας και το παλιό ειδωλολάτρης», εννοώντας τον Ιούλιο Καίσαρα. Για να φανεί καλύτερα η τοποθέτηση του Γέροντα στο θέμα του ημερολογίου, παρατίθεται στη συνέχεια μια σχετική μαρτυρία:
Ορθόδοξος Έλληνας με την οικογένειά του ζούσε χρόνια στην Αμερική. Είχε όμως σοβαρό πρόβλημα. Ο ίδιος ήταν ζηλωτής (παλαιοημερολογίτης), ενώ η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν με το νέο ημερολόγιο. «Δεν μπορούσαμε να γιορτάσουμε μια γιορτή σαν οικογένεια μαζί», έλεγε. «Αυτοί είχαν Χριστούγεννα, εγώ του Αγίου Σπυρίδωνος. Εγώ Χριστούγεννα, αυτοί του Αϊ-Γιαννιού. Και αυτό ήταν το λιγότερο. Το χειρότερο ήταν το να ξέρεις, όπως μας δίδασκαν, ότι οι νεοημερολογίτες είναι αιρετικοί και θα κολασθούν. Μικρό πράγμα είναι να ακούς συνέχεια ότι η γυναίκα σου και τα παιδιά σου πρόδωσαν την πίστη τους, πήγαν με τον Πάπα, τα μυστήριά τους δεν έχουν χάρη, κ.ά.π. Ώρες συζητούσαμε με τη γυναίκα μου, αλλά άκρη δε βρίσκαμε. Για να πω την αλήθεια, κάτι δε μου άρεσε και στους παλαιοημερολογίτες. Ιδίως όταν έρχονταν κάποιοι δεσποτάδες και μας μιλούσαν. Δε μιλούσαν με αγάπη και με πόνο για τους πλανεμένους (όπως τους θεωρούσαν) νεοημερολογίτες. Αλλά θαρρείς πως είχαν ένα μίσος και χαίρονταν, όταν έλεγαν ότι θα κολασθούν. Ήταν πολύ φανατικοί. Όταν τελείωνε η ομιλία τους, ένιωθα μέσα μου μια ταραχή. Έχανα την ειρήνη μου. Όμως, ούτε σκέψη να φύγω από την παράδοσή μας. Πήγαινα να σκάσω. Σίγουρα θα πάθαινα κάτι από τη στενοχώρια. Σ'; ένα ταξίδι μου στην Ελλάδα, είπα τον προβληματισμό μου στον ξάδερφό μου Γιάννη. Εκείνος μου μίλησε για κάποιον γέροντα Παΐσιο. Αποφασίσαμε να πάμε στο Άγιον Όρος, για να τον συναντήσω. Φθάσαμε στην «Παναγούδα». Ο Γέροντας μας κέρασε με γελαστό πρόσωπο και με έβαλε να καθήσω δίπλα του. Τα είχα χαμένα. Ένιωθα, όπως μου συμπεριφερόταν, σα να με γνώριζε από καιρό, σα να ήξερε τα πάντα για μένα. «Πώς τα πας με τ'; αυτοκίνητα εκεί στην Αμερική;» Ήταν η πρώτη κουβέντα του. Σάστισα. Ξέχασα να αναφέρω πως η δουλειά μου ήταν στους χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων, και φυσικά όλο με αυτοκίνητα ασχολούμουν.
«Καλά τα πάω», ήταν το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω, κοιτώντας σα χαμένος το Γέροντα. «Πόσες Εκκλησίες έχετε εκεί που μένεις;» «Τέσσερις», απάντησα και δεύτερο κύμα έκπληξης με κατέλαβε. «Με το παλιό ή με το νέο;» Ήρθε ο τρίτος κεραυνός, που όμως, αντί να μεγαλώσει τη σαστιμάρα μου, κάπως με εξοικείωσε, με ...προσγείωσε, θα έλεγα, με το χάρισμα του Γέροντα. «Δυο με το παλιό και δυο με το νέο», του αποκρίθηκα. «Εσύ πού πας;»,«Εγώ με το παλιό και η γυναίκα μου με το νέο», απάντησα. «Κοίτα. Να πας κι εσύ εκεί που πηγαίνει και η γυναίκα σου», μου είπε με μια αυθεντικότητα, και ετοιμαζόταν να μου δώσει εξηγήσεις. Αλλά για μένα το θέμα είχε τελειώσει. Δε χρειαζόμουν εξηγήσεις και επιχειρήματα. Κάτι το ανεξήγητο συνέβη μέσα μου, κάτι το θεϊκό. Ένα βάρος έφυγε και τινάχτηκε μακριά μου. Όλα τα επιχειρήματα και όλες οι απειλές και οι αφορισμοί για τους νεοημερολογίτες, που χρόνια άκουγα, εξανεμίστηκαν. Ένιωθα τη χάρη του Θεού που μέσω του Αγίου του δρούσε επάνω μου και με πλημμύριζε με μια ειρήνη που χρόνια αναζητούσα. Η κατάσταση που ζούσα θα εκδηλώθηκε στο πρόσωπό του...
Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι αυτό μάλλον έκανε τον Γέροντα να σταματήσει για λίγο. Αλλά έπειτα συνέχισε με μερικές εξηγήσεις. Ίσως για να τις λέω σε άλλους. Ίσως και για να τις χρησιμοποιήσω για τον εαυτό μου σε καιρό πειρασμού, όταν θα περνούσε εκείνη η ουράνια κατάσταση.
«Και εμείς βέβαια εδώ στο Άγιον Όρος με το παλιό πάμε. Αλλά είναι άλλη περίπτωση. Είμαστε ενωμένοι με την Εκκλησία, με όλα τα Πατριαρχεία, και μ'αυτά που έχουν το νέο ημερολόγιο και μ'αυτά που έχουν το παλιό ημερολόγιο. Αναγνωρίζομε τα μυστήριά τους και αυτοί τα δικά μας. Οι ιερείς τους συλλειτουργούν με τους ιερείς μας. Ενώ αυτοί οι καημένοι ξεκόπηκαν. Οι περισσότεροι και ευλάβεια έχουν και ακρίβεια και αγωνιστικότητα και ζήλο Θεού. Μόνο που είναι αδιάκριτος, «οι κατ'επίγνωσιν». Άλλοι από απλότητα, άλλοι από αμάθεια, άλλοι από εγωισμό, παρασύρθηκαν. Θεώρησαν τις 13 μέρες θέμα δογματικό και όλους εμάς πλανεμένους, και έφυγαν από την Εκκλησία. Δεν έχουν κοινωνία ούτε με τα Πατριαρχεία και τις Εκκλησίες που πάνε με το νέο, αλλά ούτε και με τα Πατριαρχεία και τις Εκκλησίες που πάνε με το παλιό, γιατί δήθεν μολύνθηκαν από την επικοινωνία με τους νεοημερολογίτες. Και όχι μόνον αυτό. Και αυτοί οι λίγοι που έμειναν, έγιναν, δεν ξέρω και εγώ, πόσα κομμάτια. Και όλο και κομματιάζονται και αλληλοαναθεματίζονται και αλληλοαφορίζονται και αλληλοκαθαιρούνται. Δεν ξέρεις πόσο έχω πονέσει και πόσο έχω προσευχηθεί γι'αυτό το θέμα. Χρειάζεται να τους αγαπάμε και να τους πονάμε και όχι να τους κατακρίνουμε, και πιο πολύ να προσευχόμαστε γι'αυτούς να τους φωτίσει ο Θεός, και αν τύχει καμιά φορά και μας ζητήσει κανείς με καλή διάθεση βοήθεια, να λέμε καμιά κουβέντα».
Πέρασαν πάνω από πέντε χρόνια από την κοίμηση του Γέροντα. Ο κ. Χ. ήλθε στην «Παναγούδα» να ευχαριστήσει τον Γέροντα, γιατί έκτοτε βρήκε την πνευματική, αλλά και την οικογενειακή του σωτηρία και με δάκρυα στα μάτια διηγήθηκε τα ανωτέρω
Με την αγάπη, την προσευχή και την διάκρισή του, γνώριζε πότε να μιλά, πώς να ενεργεί και να βοηθά αθόρυβα τη μητέρα Εκκλησία, αποφεύγοντας τα άκρα και θεραπεύοντας πληγές που ταλαιπωρούν το σώμα της Εκκλησίας και σκανδαλίζουν τους πιστούς.
Από το βιβλίο «Βίος γέροντος Παϊσίου του Aγιορείτου»,
Ιερομονάχου π. Ισαάκ (σελ. 691 - 696).
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009
Ο Παπισμός δεν είναι Εκκλησία!
Κάτι δεν πάει καλά κι «η βάρκα μας μπάζει νερά». Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται από τα δύο γεγονότα, που συνέβησαν στα τέλη του περασμένου έτους. Τόσο η επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι και οι παρεπόμενες θριαμβολογίες των δημοσιογράφων ότι «ο πάπας θωρακίζει το Πατριαρχείο», όσο και η μετάβαση του Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου στο Βατικανό και η ενθουσιώδης επιθυμία του «να βιώσωμεν την πλήρη ενότητα και να μεταλάβωμεν του σώματος και του αίματος του Κυρίου από του αυτού Ποτηριού της Ζωής», επισημαίνουν ένα σοβαρό, καυτό για τις μέρες μας Εκκλησιολογικό ερώτημα: Είναι Εκκλησία ο παπισμός;
Παρακολουθώντας τα δρώμενα με πόνο διαπιστώνει κανείς ότι ο οικουμενισμός έχει κάνει καλά τη δουλειά του. Τονίζει τα θετικά στοιχεία, που όντως έχει ο παπισμός και, μέσα στην πανσπερμία των αιρέσεων και στο αλαλούμ των θρησκειών, τον παρουσιάζει πολύ συγγενή προς την Ορθοδοξία. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει π. χ. την αξιόλογη κοινωνική δραστηριότητα των παπικών τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ιεραποστολές της Αμερικής, Ασίας και Αφρικής, όπου ηρωικά αναστήματα ιεραποστόλων μαρτύρησαν για την πίστη τους; Ποιος αμφισβητεί ότι χάρη σ' αυτούς εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο καλλιεργούνται στη σχέση τους με τον Θεό, ζουν με ευλάβεια και πίστη; Ποιος δεν αναγνωρίζει τις θαυμαστές επιδόσεις τους στις επιστήμες και τις τέχνες, τη δυναμική απολογία έναντι του υλισμού, της αθεΐας και της απιστίας: Μήπως, όμως, παρόμοια επιτεύγματα δεν έχουν επιδείξει και οι προτεσταντικές παραφυάδες, ακόμη κι αυτοί οι «μάρτυρες του Ιεχωβά»;
Ποιος αγνοεί, επίσης, τις εξυπηρετήσεις και εκδουλεύσεις, που προσφέρει η παπική «Εκκλησία» στους ορθοδόξους της διασποράς, τις τόσες υποτροφίες, που διαθέτει για ορθοδόξους σπουδαστές και επιστήμονες; Αλλά αρκεί η προσωπική εκτίμηση και ο θαυμασμός κάποιων ευεργετημένων, για να βαφτίσουμε «αδελφή Εκκλησία» το κοσμικό κράτος του Βατικανού και να ανταλλάσσουμε τον λειτουργικό χαιρετισμό της αγάπης με τον αιρεσιάρχη πάπα;
Όσο για το γεγονός ότι αριθμούνται χιλιάδες άγιοι της Παπικής «Εκκλησίας» εντελώς άσχετοι προς την Ορθόδοξη, όπως και της Ορθοδοξίας οι άγιοι δεν αναγνωρίζονται από τους δυτικούς, αυτό και μόνο υπογραμμίζει και τονίζει το χάσμα, που μας χωρίζει. Ενώ, δηλαδή, οι άγιοι τών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως π. χ. Της Ρωσίας, της Σερβίας κ. τ. λ., είναι κοινοί για όλους τους Ορθοδόξους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους αγίους των δυτικών, διότι απλούστατα αυτοί δεν ανήκουν στη μία Εκκλησία.
Έπειτα, κι αν εκατομμύρια παπικοί δίδουν καλή μαρτυρία στον κόσμο, αυτό δεν αμνηστεύει την άσχημη συμπεριφορά άλλων παπικών και μάλιστα κληρικών, ούτε συνιστά τιμή για τον παπισμό. Μάλλον τον ενοχοποιεί, διότι κρατά στο σκοτάδι της αιρέσεως ψυχές καλοπροαίρετες. Γι’ αυτές τις ψυχές εύχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία δεόμενη στον θείο Δομήτορά της· «τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη άγια σου καθολική και αποστολική Εκκλησία». Προσεύχεται δε υπέρ «της των πάντων ενώσεως» και όχι «υπέρ πασών των Εκκλησιών», για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, αλλά μία, στην οποία δεόμεθα να επιστρέψουν όλοι οι πλανεμένοι.
Συνεπώς, σφάλλουν εκείνοι οι ορθόδοξοι θεολόγοι και ιεράρχες —καλοί και σεβαστοί κατά τα άλλα—, που με πολλή φυσικότητα και άνεση αποκαλούν τον παπισμό «αδελφή Εκκλησία» της Ορθοδοξίας. Με τον τρόπο αυτό ομολογούν ότι Ορθοδοξία και παπισμός συναποτελούν τη μία Εκκλησία και ότι η μόνη διαφορά, που μας χωρίζει από την παπική είναι η τοπική· εμείς είμαστε στην Ανατολή κι αυτοί στη Δύση!
Στη σκέψη μου έρχεται ένας ήδη μακαριστός ιεράρχης, που δεν διακρινόταν για τη θεολογική κατάρτιση ούτε για την αβροφροσύνη, είχε, όμως, έντονο το αίσθημα της ευθύνης ως ορθόδοξος ιεράρχης. Κάθε φορά, λοιπόν, που βρισκόταν σε συντροφιά θεολόγων, ρωτούσε: «δεν μου λέτε, ρε σεις οι θεολόγοι, είναι Εκκλησία ο παπισμός;». Κι όταν εισέπραττε την αρνητική απάντηση, ικανοποιημένος επένευε: «Είπα κι εγώ»!
Εξ αφορμής ενός συγχρόνου δημοσιεύματος θυμήθηκα με νοσταλγία εκείνη την ντόμπρα και σταράτη τοποθέτηση, που μέσα στην αγροικιά της διέσωζε την αλήθεια. Συγκεκριμένα, διάβασα σε βιβλίο πολιού Επισκόπου, τον οποίο παιδιόθεν σέβομαι και αγαπώ για τη μόρφωση και την αρετή, τα εξής «Η Δυτική Εκκλησία τελεί κανονικώς τα ιερά Μυστήρια και οι Ρωμαιοκαθολικοί πιστοί, που μετέχουν στη μυστηριακή ζωή οδηγούνται στη σωτηρία. Για λόγους, όμως, ακριβείας περί τα θέματα της πίστεως, όπως τούτο προέκυψε εξ αιτίας του Σχίσματος, διεκόπη η μυστηριακή κοινωνία (Intercommunio) μεταξύ της Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η διακοπή, βέβαια, αυτή αποτελεί το μέγα σκάνδαλο της χριστιανικής Εκκλησίας, το οποίο βαρύνει κυρίως τους θεολόγους και τους ηγέτες των δύο Εκκλησιών».
Ούτε λίγο ούτε πολύ ο σεβαστός συγγραφέας επιρρίπτει ευθύνη και στην αγία μας Εκκλησία για την απόσχιση και αποσκίρτηση των παπικών. Πρόκειται, όντως, για «μέγα σκάνδαλο», όπως το χαρακτηρίζει, το οποίο, όμως, δεν βαρύνει την Εκκλησία, αλλά αυτούς, που το δημιούργησαν διαρρηγνύοντας τον άρραφο χιτώνα του Χριστού και πληγώνοντας την ενότητα της Εκκλησίας του.
Ως υπευθύνους, μάλιστα, για την απόσχιση των παπικών από τη μία Εκκλησία, θεωρεί το εν λόγω κείμενο «τους θεολόγους και τους ηγέτες των δύο Εκκλησιών». Και όσον αφορά στους θεολόγους και ηγέτες της Δύσεως, δεν συζητώ το θέμα. Επιρρίπτεται, όμως, εξ ίσου ευθύνη και στους θεολόγους και ηγέτες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ποιοι είναι αυτοί; Είναι προφανώς ο Μ. Φώτιος, που ασφάλισε την Εκκλησία από τη δικτατορία του πάπα και έμεινε σύμβολο Ορθοδοξίας για τον ευσεβή λαό. «Το έλεος του Θεού και η έμπνευσις αυτού τοιούτον φως διέδωκεν εις την καθαράν ψυχήν του αγιωτάτου πατριάρχου, ότι λαμπρύνει και φωτίζει πάσαν την κτίσιν» (J. D. Mansi, Sacrorum Consilliorum nova et amplissima collectio, 17A, 484 - 485) ομολογούσαν και αυτοί ακόμη οι παπικοί τοποτηρητές της Ρώμης.
Είναι ο Ιωσήφ Βρυέννιος, που, ενώ στους δύσκολους καιρούς του θεωρεί την ένωση με τους παπικούς ως γεγονός πολύ σπουδαίο και σωτήριο για την ταλανιζόμενη βυζαντινή αυτοκρατορία, ως «δευτέραν οικονομίαν Θεού μετά την ένσαρκον», τονίζει, όμως, ότι, αν δεν διευθετηθούν οι διαφορές, που απομάκρυναν από την Εκκλησία τους παπικούς, οποιαδήποτε ένωση είναι «του προτέρου σχίσματος σχίσμα χείρον και διαίρεσις και κατατομή και απάτη».
Είναι ο μαθητής του Βρυεννίου Μάρκος Ευγενικός, που τοποθετώντας την ελευθερία της πίστεως πάνω από της πατρίδος την ελευθερία, διακήρυξε· «Ου μόνον εισίν οι Λατίνοι σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί και τούτο παρεσιώπησέν το η Εκκλησία ημών, δια το, το γένος είναι εκείνων πολύ και ισχυρότερον ημών, ημείς δε ου δι' άλλο τι εσχίσθημεν αυτών, ει μη ότι εισίν αιρετικοί, δι ό ουδέ πρέπει όλως ενωθήναι αυτοίς, ει μη εκβάλλωσι την προσθήκην από του συμβόλου και ομολογήσωσι το Σύμβολον καθώς και ημείς» (J. D. Mansi, Sacrorum Consilliorum nova et amplissima coilectio, 31A,885DE).
Είναι ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, κατά τον οποίο οι Λατίνοι «είναι παμπάλαιοι αιρετικοί», όπως δείχνουν «τα βιβλία του ανωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κυρίου Δοσιθέου του παπομάστιγος» (Πηδάλιον, σ. 55), στα οποία παραπέμπει.
Είναι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που με την απλοϊκή διδαχή του επεσήμαινε στους Χριστιανούς να φοβούνται τον πάπα, διότι αυτός ενσαρκώνει την ύπουλη μορφή του αντίχριστου (Βλ. Σ. Ν. Σάκκου, Ο απόστολος του σκλαβωμένου γένους, Θεσ/νίκη 1996, σελ. 205).
Είναι ο άγιος Νεκτάριος, που μελετώντας την ιστορία του παπικού σχίσματος σημειώνει· «Η ενότης της Εκκλησίας ουχί εν ενιαίω προσώπω ενός των Αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησου Χριστού… Εκ της Οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η Ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αυτή αντίληψις του τρόπου της ενότητος προεκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρον της εφαρμογής των αρχών της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφίκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των παπών… Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται να θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου» (Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του σχίσματος, τόμ. 1ος, Αθήναι 1911, σελ. 69).
Είναι ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, ο Γεννάδιος Σχολάριος… Θα μάκραινε πολύ ο κατάλογος, για να αναφέρουμε όλους τους αγίους πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, οι οποίοι μέσα στους δώδεκα αιώνες, που διέρρευσαν από την απόσχιση των παπικών μέχρι σήμερα, χωρίς εμπάθεια και κακία αλλά με σεμνότητα και παρρησία καταδικάζουν την παπική αίρεση. Θα σταθώ μόνο στο όνομα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος με σθένος ξεσκέπασε τον φιλοπαπικό εκπρόσωπο των Ορθοδόξων Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ένα είδος ουνίτη εκείνης της εποχής. Ασυμβίβαστος και ακαταγώνιστος ο άγιος Γρηγόριος καταδικάζει έντονα την «έκφυλον προσθήκην» της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος και από του Υιού κι όλες τις παπικές κακοδοξίες και καλεί όλους τους πιστούς να επαγρυπνούν στα θέματα της πίστεως. Η σιγή, λέγει, σε θέματα πίστεως είναι τρίτο είδος αθεΐας μετά από την άρνηση του Θεού και την απόρριψη του Ιησού Χριστού.
Ποια απήχηση είχε στη ζωή και παράδοση της Εκκλησίας ο αγώνας του αγίου Γρηγορίου φαίνεται από το γεγονός ότι η Εκκλησία θέσπισε να τιμάται η μνήμη του κατά τη δεύτερη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Δεν τιμάται τότε κάποιος από τους αρχαίους μεγάλους πατέρες και θεολόγους της Εκκλησίας, όπως Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος κ. α, διότι στη δική τους εποχή δεν είχε αποσκιρτήσει ακόμη η Δύση, ανήκε στη μία Εκκλησία του Χριστού. Αργότερα στο θεμελιώδες και κυρίαρχο δόγμα περί πρωτείου του πάπα, που υψώθηκε σαν αθεμελίωτος ετοιμόρροπος μιναρές, προσκόλλησαν οι παπικοί σαν αντερείσματα έναν ολόκληρο αστερισμό αιρετικών δογμάτων. Έτσι αποστασιοποιήθηκαν και αποκόπηκαν από την Ορθοδοξία. Τιμάται, λοιπόν, ο Γρηγόριος Παλαμάς ως εκφραστής και ενσαρκωτής της Ορθοδοξίας, διότι κατατρόπωσε τον παπισμό, που εκείνη την εποχή είχε ήδη αποκρυσταλλώσει τις αιρετικές του πλάνες.
Αυτούς, τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας, που ξεκάθαρα στιγματίζουν ως αίρεση τον παπισμό, ερχόμαστε εμείς να τους αμφισβητήσουμε και να τους επιρρίψουμε ευθύνες. Ο Θεός να μας ελεήσει και να φυλάξει την Εκκλησία του από τη… θεολογία μας!
Του κ. Στεργίου Ν. Σάκκου, Ομ. Καθ. Πανεπιστημίου
Πηγή: Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» Να 1676 (9/2/2007).
http://www.oodegr.com/oode/papismos/genika/oxi_ekklisia1.htm
Παρακολουθώντας τα δρώμενα με πόνο διαπιστώνει κανείς ότι ο οικουμενισμός έχει κάνει καλά τη δουλειά του. Τονίζει τα θετικά στοιχεία, που όντως έχει ο παπισμός και, μέσα στην πανσπερμία των αιρέσεων και στο αλαλούμ των θρησκειών, τον παρουσιάζει πολύ συγγενή προς την Ορθοδοξία. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει π. χ. την αξιόλογη κοινωνική δραστηριότητα των παπικών τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ιεραποστολές της Αμερικής, Ασίας και Αφρικής, όπου ηρωικά αναστήματα ιεραποστόλων μαρτύρησαν για την πίστη τους; Ποιος αμφισβητεί ότι χάρη σ' αυτούς εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο καλλιεργούνται στη σχέση τους με τον Θεό, ζουν με ευλάβεια και πίστη; Ποιος δεν αναγνωρίζει τις θαυμαστές επιδόσεις τους στις επιστήμες και τις τέχνες, τη δυναμική απολογία έναντι του υλισμού, της αθεΐας και της απιστίας: Μήπως, όμως, παρόμοια επιτεύγματα δεν έχουν επιδείξει και οι προτεσταντικές παραφυάδες, ακόμη κι αυτοί οι «μάρτυρες του Ιεχωβά»;
Ποιος αγνοεί, επίσης, τις εξυπηρετήσεις και εκδουλεύσεις, που προσφέρει η παπική «Εκκλησία» στους ορθοδόξους της διασποράς, τις τόσες υποτροφίες, που διαθέτει για ορθοδόξους σπουδαστές και επιστήμονες; Αλλά αρκεί η προσωπική εκτίμηση και ο θαυμασμός κάποιων ευεργετημένων, για να βαφτίσουμε «αδελφή Εκκλησία» το κοσμικό κράτος του Βατικανού και να ανταλλάσσουμε τον λειτουργικό χαιρετισμό της αγάπης με τον αιρεσιάρχη πάπα;
Όσο για το γεγονός ότι αριθμούνται χιλιάδες άγιοι της Παπικής «Εκκλησίας» εντελώς άσχετοι προς την Ορθόδοξη, όπως και της Ορθοδοξίας οι άγιοι δεν αναγνωρίζονται από τους δυτικούς, αυτό και μόνο υπογραμμίζει και τονίζει το χάσμα, που μας χωρίζει. Ενώ, δηλαδή, οι άγιοι τών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως π. χ. Της Ρωσίας, της Σερβίας κ. τ. λ., είναι κοινοί για όλους τους Ορθοδόξους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους αγίους των δυτικών, διότι απλούστατα αυτοί δεν ανήκουν στη μία Εκκλησία.
Έπειτα, κι αν εκατομμύρια παπικοί δίδουν καλή μαρτυρία στον κόσμο, αυτό δεν αμνηστεύει την άσχημη συμπεριφορά άλλων παπικών και μάλιστα κληρικών, ούτε συνιστά τιμή για τον παπισμό. Μάλλον τον ενοχοποιεί, διότι κρατά στο σκοτάδι της αιρέσεως ψυχές καλοπροαίρετες. Γι’ αυτές τις ψυχές εύχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία δεόμενη στον θείο Δομήτορά της· «τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη άγια σου καθολική και αποστολική Εκκλησία». Προσεύχεται δε υπέρ «της των πάντων ενώσεως» και όχι «υπέρ πασών των Εκκλησιών», για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, αλλά μία, στην οποία δεόμεθα να επιστρέψουν όλοι οι πλανεμένοι.
Συνεπώς, σφάλλουν εκείνοι οι ορθόδοξοι θεολόγοι και ιεράρχες —καλοί και σεβαστοί κατά τα άλλα—, που με πολλή φυσικότητα και άνεση αποκαλούν τον παπισμό «αδελφή Εκκλησία» της Ορθοδοξίας. Με τον τρόπο αυτό ομολογούν ότι Ορθοδοξία και παπισμός συναποτελούν τη μία Εκκλησία και ότι η μόνη διαφορά, που μας χωρίζει από την παπική είναι η τοπική· εμείς είμαστε στην Ανατολή κι αυτοί στη Δύση!
Στη σκέψη μου έρχεται ένας ήδη μακαριστός ιεράρχης, που δεν διακρινόταν για τη θεολογική κατάρτιση ούτε για την αβροφροσύνη, είχε, όμως, έντονο το αίσθημα της ευθύνης ως ορθόδοξος ιεράρχης. Κάθε φορά, λοιπόν, που βρισκόταν σε συντροφιά θεολόγων, ρωτούσε: «δεν μου λέτε, ρε σεις οι θεολόγοι, είναι Εκκλησία ο παπισμός;». Κι όταν εισέπραττε την αρνητική απάντηση, ικανοποιημένος επένευε: «Είπα κι εγώ»!
Εξ αφορμής ενός συγχρόνου δημοσιεύματος θυμήθηκα με νοσταλγία εκείνη την ντόμπρα και σταράτη τοποθέτηση, που μέσα στην αγροικιά της διέσωζε την αλήθεια. Συγκεκριμένα, διάβασα σε βιβλίο πολιού Επισκόπου, τον οποίο παιδιόθεν σέβομαι και αγαπώ για τη μόρφωση και την αρετή, τα εξής «Η Δυτική Εκκλησία τελεί κανονικώς τα ιερά Μυστήρια και οι Ρωμαιοκαθολικοί πιστοί, που μετέχουν στη μυστηριακή ζωή οδηγούνται στη σωτηρία. Για λόγους, όμως, ακριβείας περί τα θέματα της πίστεως, όπως τούτο προέκυψε εξ αιτίας του Σχίσματος, διεκόπη η μυστηριακή κοινωνία (Intercommunio) μεταξύ της Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η διακοπή, βέβαια, αυτή αποτελεί το μέγα σκάνδαλο της χριστιανικής Εκκλησίας, το οποίο βαρύνει κυρίως τους θεολόγους και τους ηγέτες των δύο Εκκλησιών».
Ούτε λίγο ούτε πολύ ο σεβαστός συγγραφέας επιρρίπτει ευθύνη και στην αγία μας Εκκλησία για την απόσχιση και αποσκίρτηση των παπικών. Πρόκειται, όντως, για «μέγα σκάνδαλο», όπως το χαρακτηρίζει, το οποίο, όμως, δεν βαρύνει την Εκκλησία, αλλά αυτούς, που το δημιούργησαν διαρρηγνύοντας τον άρραφο χιτώνα του Χριστού και πληγώνοντας την ενότητα της Εκκλησίας του.
Ως υπευθύνους, μάλιστα, για την απόσχιση των παπικών από τη μία Εκκλησία, θεωρεί το εν λόγω κείμενο «τους θεολόγους και τους ηγέτες των δύο Εκκλησιών». Και όσον αφορά στους θεολόγους και ηγέτες της Δύσεως, δεν συζητώ το θέμα. Επιρρίπτεται, όμως, εξ ίσου ευθύνη και στους θεολόγους και ηγέτες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ποιοι είναι αυτοί; Είναι προφανώς ο Μ. Φώτιος, που ασφάλισε την Εκκλησία από τη δικτατορία του πάπα και έμεινε σύμβολο Ορθοδοξίας για τον ευσεβή λαό. «Το έλεος του Θεού και η έμπνευσις αυτού τοιούτον φως διέδωκεν εις την καθαράν ψυχήν του αγιωτάτου πατριάρχου, ότι λαμπρύνει και φωτίζει πάσαν την κτίσιν» (J. D. Mansi, Sacrorum Consilliorum nova et amplissima collectio, 17A, 484 - 485) ομολογούσαν και αυτοί ακόμη οι παπικοί τοποτηρητές της Ρώμης.
Είναι ο Ιωσήφ Βρυέννιος, που, ενώ στους δύσκολους καιρούς του θεωρεί την ένωση με τους παπικούς ως γεγονός πολύ σπουδαίο και σωτήριο για την ταλανιζόμενη βυζαντινή αυτοκρατορία, ως «δευτέραν οικονομίαν Θεού μετά την ένσαρκον», τονίζει, όμως, ότι, αν δεν διευθετηθούν οι διαφορές, που απομάκρυναν από την Εκκλησία τους παπικούς, οποιαδήποτε ένωση είναι «του προτέρου σχίσματος σχίσμα χείρον και διαίρεσις και κατατομή και απάτη».
Είναι ο μαθητής του Βρυεννίου Μάρκος Ευγενικός, που τοποθετώντας την ελευθερία της πίστεως πάνω από της πατρίδος την ελευθερία, διακήρυξε· «Ου μόνον εισίν οι Λατίνοι σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί και τούτο παρεσιώπησέν το η Εκκλησία ημών, δια το, το γένος είναι εκείνων πολύ και ισχυρότερον ημών, ημείς δε ου δι' άλλο τι εσχίσθημεν αυτών, ει μη ότι εισίν αιρετικοί, δι ό ουδέ πρέπει όλως ενωθήναι αυτοίς, ει μη εκβάλλωσι την προσθήκην από του συμβόλου και ομολογήσωσι το Σύμβολον καθώς και ημείς» (J. D. Mansi, Sacrorum Consilliorum nova et amplissima coilectio, 31A,885DE).
Είναι ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, κατά τον οποίο οι Λατίνοι «είναι παμπάλαιοι αιρετικοί», όπως δείχνουν «τα βιβλία του ανωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κυρίου Δοσιθέου του παπομάστιγος» (Πηδάλιον, σ. 55), στα οποία παραπέμπει.
Είναι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που με την απλοϊκή διδαχή του επεσήμαινε στους Χριστιανούς να φοβούνται τον πάπα, διότι αυτός ενσαρκώνει την ύπουλη μορφή του αντίχριστου (Βλ. Σ. Ν. Σάκκου, Ο απόστολος του σκλαβωμένου γένους, Θεσ/νίκη 1996, σελ. 205).
Είναι ο άγιος Νεκτάριος, που μελετώντας την ιστορία του παπικού σχίσματος σημειώνει· «Η ενότης της Εκκλησίας ουχί εν ενιαίω προσώπω ενός των Αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησου Χριστού… Εκ της Οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η Ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αυτή αντίληψις του τρόπου της ενότητος προεκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρον της εφαρμογής των αρχών της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφίκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των παπών… Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται να θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου» (Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του σχίσματος, τόμ. 1ος, Αθήναι 1911, σελ. 69).
Είναι ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, ο Γεννάδιος Σχολάριος… Θα μάκραινε πολύ ο κατάλογος, για να αναφέρουμε όλους τους αγίους πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, οι οποίοι μέσα στους δώδεκα αιώνες, που διέρρευσαν από την απόσχιση των παπικών μέχρι σήμερα, χωρίς εμπάθεια και κακία αλλά με σεμνότητα και παρρησία καταδικάζουν την παπική αίρεση. Θα σταθώ μόνο στο όνομα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος με σθένος ξεσκέπασε τον φιλοπαπικό εκπρόσωπο των Ορθοδόξων Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ένα είδος ουνίτη εκείνης της εποχής. Ασυμβίβαστος και ακαταγώνιστος ο άγιος Γρηγόριος καταδικάζει έντονα την «έκφυλον προσθήκην» της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος και από του Υιού κι όλες τις παπικές κακοδοξίες και καλεί όλους τους πιστούς να επαγρυπνούν στα θέματα της πίστεως. Η σιγή, λέγει, σε θέματα πίστεως είναι τρίτο είδος αθεΐας μετά από την άρνηση του Θεού και την απόρριψη του Ιησού Χριστού.
Ποια απήχηση είχε στη ζωή και παράδοση της Εκκλησίας ο αγώνας του αγίου Γρηγορίου φαίνεται από το γεγονός ότι η Εκκλησία θέσπισε να τιμάται η μνήμη του κατά τη δεύτερη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Δεν τιμάται τότε κάποιος από τους αρχαίους μεγάλους πατέρες και θεολόγους της Εκκλησίας, όπως Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος κ. α, διότι στη δική τους εποχή δεν είχε αποσκιρτήσει ακόμη η Δύση, ανήκε στη μία Εκκλησία του Χριστού. Αργότερα στο θεμελιώδες και κυρίαρχο δόγμα περί πρωτείου του πάπα, που υψώθηκε σαν αθεμελίωτος ετοιμόρροπος μιναρές, προσκόλλησαν οι παπικοί σαν αντερείσματα έναν ολόκληρο αστερισμό αιρετικών δογμάτων. Έτσι αποστασιοποιήθηκαν και αποκόπηκαν από την Ορθοδοξία. Τιμάται, λοιπόν, ο Γρηγόριος Παλαμάς ως εκφραστής και ενσαρκωτής της Ορθοδοξίας, διότι κατατρόπωσε τον παπισμό, που εκείνη την εποχή είχε ήδη αποκρυσταλλώσει τις αιρετικές του πλάνες.
Αυτούς, τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας, που ξεκάθαρα στιγματίζουν ως αίρεση τον παπισμό, ερχόμαστε εμείς να τους αμφισβητήσουμε και να τους επιρρίψουμε ευθύνες. Ο Θεός να μας ελεήσει και να φυλάξει την Εκκλησία του από τη… θεολογία μας!
Του κ. Στεργίου Ν. Σάκκου, Ομ. Καθ. Πανεπιστημίου
Πηγή: Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» Να 1676 (9/2/2007).
http://www.oodegr.com/oode/papismos/genika/oxi_ekklisia1.htm
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009
Οι Προφητείες της Π.Διαθήκης για τον Μεσσία
Δεν υπάρχουν βιβλία που να έχουν μελετηθεί περισσότερο και με μεγαλύτερο πάθος, τόσο από εχθρούς όσο και από φίλους, από τα βιβλία της Αγίας Γραφής (5), που μιλούν για την έλευση του αναμενόμενου Μεσσία του Ισραήλ, του Χριστού Ιησού, που υπήρξε ο πρώτος καί μοναδικός καί αληθινός Θεάνθρωπος της ιστορίας . σε αντίθεση με τους φανταστικούς και ανύπαρκτους θεανθρώπους των εξωχριστιανικών θρησκευμάτων, οι οποίοι, αφενός δεν έχουν καμία ιστορική βάση, γιατί δεν υπήρξαν πραγματικά, αφετέρου αποτελούν εκφράσεις της νοσταλγούμενης λύτρωσης, που παρατηρείται σ’ όλους τους λαούς και της θεανθρώπινης παγκόσμιας προσδοκίας (6).
Πράγματι, ο Βούδδας, ο Κομφούκιος, ο Λάο Τσε, ο Μωάμεθ και όλοι οι ιδρυτές θρησκειών, παρουσιάζονται ιστορικά απομονωμένοι. Εμφανίστηκαν, δηλαδή, σε μια ορισμένη περίοδο, χωρίς να τους έχει προαναγγείλει κάποια θρησκευτική παράδοση. Αντίθετα, ο Μεσσίας δεν αναγγέλθηκε μονάχα από έναν προφήτη, αλλά από μια ατελείωτη αλυσίδα ανθρώπων (7), που έζησαν και έδρασαν σε διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, περιβάλλον και συνθήκες. Θα παραμείνει, δηλαδή, για πάντα το κλειδί της ιστορίας, που ανοίγει μόνο με την πίστη στην θεότητά Του και το χαρακτηρισμό του ως «Υιός του Θεού», που έγινε άνθρωπος ακριβώς για να γίνουμε εμείς θεοί και να κληρονομήσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών».
Ο απ. Παύλος, στην προς Γαλάτας επιστολή του, μας διαβεβαιώνει πως «όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, τότε έστειλε ο Θεός τον Υιόν Του, ο οποίος γεννήθηκε από γυναίκα». Για το συγκεκριμένο αυτό «πλήρωμα του χρόνου», μίλησαν οι προφήτες εκατοντάδες χρόνια πριν την πολυπόθητη Επιφάνειά Του. Αποτελούν οι μαρτυρίες αυτές την πλέον ισχυρή αγιογραφική απόδειξη του θεανθρωπίνου χαρακτήρα του Ιησού Χριστού, της ιδιότητάς του ως Υιού του Θεού και της μοναδικής μεσσιακής Του αποστολής μέσα στο διάβα των αιώνων.
Ας αρχίσουμε από το "ΠΡΩΤΕΥΑΓΓΕΛΙΟ", που βρίσκεται στο πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τη ΓΕΝΕΣΗ (κεφ.3 παρ.15). Μετά το προπατορικό αμάρτημα «είπε ο Κύριος ο Θεός στο φίδι: Θα θέσω άσβεστη εχθρότητα ανάμεσα σε σένα και τη γυναίκα και ανάμεσα στους απογόνους σου και τους απογόνους της. Ένας δε απόγονος της γυναικός μόνης, αυτός θα σου συντρίψει το κεφάλι και συ θα κεντήσεις τη φτέρνα του». Από όλη την Αγία Γραφή, μόνο στην προφητεία αυτή αναφέρεται η λέξη ‘σπέρμα”, δηλαδή “απόγονος”, σε γυναίκα, ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις έχει αποκλειστική αναφορά στο ανδρικό φύλο. Παρέχεται, έτσι, σαφής υπαινιγμός για τη γέννηση του αναμενόμενου Σωτήρα από μόνη τη γυναίκα (8), δηλαδή τη Θεοτόκο Μαρία. Ο οποίος Σωτήρας θα συντρίψει την καταχθόνια και μισάνθρωπη εξουσία του πονηρού Σατανά-φιδιού (με την Ανάστασή του), ενώ εκείνος (δηλ. ο διάβολος) θα καταφέρει απλά να τον τραυματίσει στη φτέρνα, εννοώντας τον προσωρινό τριήμερο θάνατό του.
Το Θείο αυτό παιδί, η προσμονή των αιώνων, θα γεννιόταν από το σπέρμα του Αβραάμ, γιατί ο Θεός τον διαβεβαιώνει ότι "δια του σπέρματός σου (μέσω ενός εκλεκτού προσώπου) θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης, επειδή υπάκουσες στη φωνή μου", (Γένεση 22,18), η γέννησή του περιορίζεται στο γενεαλογικό δένδρο του Ισαάκ και όχι του Ισμαήλ (Γένεση, 21,12), προέρχεται από το γενεαλογικό επίσης δένδρο του Ιακώβ και όχι του Ησαύ (Αριθμοί, 14,17), από την άσημη φυλή του Ιούδα (Μιχαίας 5,1), από την συγκεκριμένη οικογένεια του Ιεσαί (Ησαίας 11,1) και από τον Οίκο του Δαυίδ, απ’ τον οποίον, πράγματι, γεννήθηκε ο Χριστός: "Ιδού, έρχονται μέρες, λέει ο Κύριος, που θα σηκώσω στον Δαυίδ Βλαστό, Δίκαιο και θα βασιλεύσει ως Βασιλιάς και θα ευημερήσει και θα κάνει Κρίση και Δικαιοσύνη πάνω στη γη" (Ιερεμίας, 23,5) (9). `Ολες οι προηγούμενες λαμπρές προφητείες διατυπώθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και όμως συγκλίνουν στον, ιστορικά, κατεξοχήν πνευματικό ηγέτη της σωσμένης ανθρωπότητας, δηλ. της Εκκλησίας, στον Ιησού Χριστό και Υιό του Θεού, στον οποίον και δια του οποίου πραγματοποιήθηκαν με μαθηματική ακρίβεια, σύμφωνα με το καθορισμένο σχέδιο της πάνσοφης Πρόνοιας του Πατέρα, πριν να υπάρξει ακόμη ο κόσμος (10).
Στο κεφ. 49 της Γένεσης υπάρχει μια προφητεία, που από Χριστιανούς και Εβραίους, κατατάσσεται μεταξύ των μεσσιανικών κειμένων της Βίβλου. Ο Ιακώβ καλεί τα παιδιά του, προτού να πεθάνει, και τους λέει: «Συγκεντρωθείτε γιατί θέλω να σας αναγγείλω αυτό που θα συμβεί στις τελευταίες μέρες..... Το σκήπτρο δε θα αφαιρεθεί από τον Ιούδα, ούτε η ράβδος της εξουσίας από τα χέρια του, έως ότου να έρθει εκείνος στον οποίον ανήκει. Σ’ αυτόν θα υπακούσουν οι λαοί της γης». “Όπως δείχνει η ιστορία, «το σκήπτρο και η ράβδος της εξουσίας» αφαιρέθηκαν από τον Ιούδα όταν ακριβώς εμφανίστηκε ο Ιησούς πάνω στη γη. Η έλευσή Του συνέπεσε με τις «τελευταίες ημέρες», τότε δηλαδή που συμπληρώθηκε ο χρόνος τον οποίο είχαν προαναγγείλει οι προφήτες. Ο Ηρώδης, ο αυτουργός της σφαγής των αθώων παιδιών, είναι ο τελευταίος βασιλιάς των Εβραίων. Μετά το θάνατό του διαμελίστηκε η χώρα τους. Η εξουσία μεταβιβάστηκε στους Ρωμαίους κυβερνήτες και ο Ισραήλ έχασε την ανεξαρτησία του” (11).
Ανάμεσα στα σημαντικά μεσσιανικά εδάφια συγκαταλέγεται και η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στο βασιλιά Δαυϊδ (2 Σαμ., κεφ 7): «Ένας από τους απογόνους σου, του είπε, θα οικοδομήσει ένα σπίτι αφιερωμένο στο όνομά μου και εγώ θα φροντίσω να σταθεροποιήσω στους αιώνες το βασιλικό του θρόνο. Εγώ θα είμαι πατέρας του και εκείνος θα είναι υιός μου.... Το σπίτι του και το βασίλειό του θα είναι πάντα σταθερά και ο θρόνος του θα είναι ατράνταχτος στην αιωνιότητα».
Από τις προφητείες του Ησαϊα, η ποιο γνωστή και ποιο σπουδαία βρίσκεται στο κεφ. 7,14: "Ακούστε τώρα Οίκος του Δαυίδ... Ο ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει σημάδι: Προσέξτε, η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γυιό, και το όνομά του θα κληθεί Εμμανουήλ". “Ένα σπουδαίο στοιχείο στην προφητεία αυτή είναι η λέξη ΑΛΜΑ που χρησιμοποιείται στο Εβραϊκό πρωτότυπο για την παρθένο. Υποδηλώνει γυναίκα παρθένο, η οποία δεν εξαναγκάσθηκε προς τούτο, και είναι σε ηλικία γάμου. Ενώ στην Αγία Γραφή βρίσκεται σε χρήση και η λέξη ΜΠΕΤΟΥΛΑ, που υποδηλώνει αναγκαστική παρθενία. Στο Χριστό βρίσκουμε την εκπλήρωση της προφητείας αυτής, με τις εξής καταπληκτικές λεπτομέρειες. Πρώτα, σε καθαρά ιστορικά και γεωγραφικά πλαίσια. Δεύτερο, ο Μεσσίας προέρχεται από γυναίκα Ιουδαία. Τρίτο, συλλαμβάνει και γεννάει γυναίκα παρθένος. Τέταρτο, γεννάει αρσενικό παιδί. Πέμπτο, όχι οποιοδήποτε αρσενικό παιδί, αλλά τον Υιό του Θεού. (14).
Στα κεφ. 52 και 53 του Ησαϊα βρίσκουμε μια πολύ εντυπωσιακή προφητεία για το Μεσσία, στην οποία οι πιστοί αναγνωρίζουν τα πάθη του Ιησού: «Δεν είχε ωραία και ελκυστική εμφάνιση. Δεν είχε λαμπρότητα προσώπου, ούτε κάλλος. Το πρόσωπό του ήταν καταφρονημένο . χωρίς τιμή και δόξα. Δέχτηκε εξευτελισμούς και ταπεινώσεις εκ μέρους των ανθρώπων. Αυτός όμως φέρει πάνω του το βαρύ φορτίο των αμαρτιών μας. Τραυματίστηκε για τις δικές μας αμαρτίες, υπέφερε για τις ανομίες μας. Χάρη δε στην πληγή εκείνου, εμείς θεραπευτήκαμε. Και αυτός παρ’ όλες τις κακώσεις που υπέστη, δεν άνοιξε το στόμα του. Σαν άφωνο πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή. Σαν αμνός μπροστά σ’ αυτόν που τον κουρεύει, έτσι βαδίζει, χωρίς να ανοίγει το στόμα του. Αφαιρέθηκε βίαια και άδικα από τη γη η ζωή του. Το παιδί μου αυτό, λέγει ο Θεός, δεν έπραξε καμία παρανομία, ούτε βρέθηκε ποτέ ψεύδος στο στόμα του. Αν προσφέρετε αυτόν ως εξιλαστήριο θύμα για τις αμαρτίες σας, η ψυχή σας θα λυτρωθεί. Αυτός θα πάρει ως δική του πνευματική κληρονομιά πολλούς, γιατί με τη θέλησή του παραδόθηκε στο λυτρωτικό για μας θάνατο. Και δια της θυσίας του πήρε πάνω του τις αμαρτίες πολλών».
Ξαφνικά, όμως, ο θεόπνευστος συγγραφέας αλλάζει το συναισθηματικό τόνο του ψαλμού. Από τη σκηνή της ταπείνωσης, περνά στη δόξα: «Θα θυμηθούν και θα ξαναγυρίσουν στον Κύριο όλα τα έθνη της γης. Θα γονατίσουν μπροστά του όλες οι φυλές του κόσμου, γιατί σ’ Αυτόν ανήκει το Βασίλειο και Αυτός εξουσιάζει τα έθνη. Μπροστά του θα γονατίσουν όλοι οι μεγάλοι της γης». Διαβάζοντας κάποιος σήμερα την περικοπή αυτή και αγνοώντας ότι ανήκει στον Ησαϊα, δεν θα ήταν δύσκολο να νομίσει ότι την έγραψε κάποιος Χριστιανός. Είτε τη συγκρίνουμε με το πάθος, που ιστορείται στα Ευαγγέλια, είτε προς τη διδασκαλία των αποστόλων, για τη θυσία του Χριστού, είμαστε αναγκασμένοι να ομολογήσουμε ότι αναφέρεται στον Ιησού Χριστό και το έργο του (15).
Οι θεϊκές ιδιότητες του Παιδίου Ιησού παρουσιάζονται από τον Ησαϊα με τα εξής καταπληκτικά λόγια: «Θα γεννηθεί για μας Παιδί, θα δοθεί σ’ εμάς ο υιός αυτός, του οποίου η εξουσία υπάρχει απ’ αρχής πάνω στους ώμους του και θα καλείται το όνομά του αγγελιοφόρος της μεγάλης βουλής του Θεού, Θεός ισχυρός, αρχηγός της ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (9,6).
Ο ΜΙΧΑΙΑΣ, ακολούθως, ζει και δρα την ίδια εποχή με τον Ησαϊα, δηλαδή τον 8ο αιώνα πΧ. Προλέγει την καταστροφή της Σαμάρειας από τους Ασσυρίους (722 πΧ) και την ερήμωση του ναού της Ιερουσαλήμ (586). Επιτίθεται με το κήρυγμά του εναντίον των ψευτοπροφητών, των αδίκων κριτών, αυτών που πλουτίζουν παράνομα και ανήθικα και των ιερέων, που διδάσκουν αντί αμοιβής. Όλοι αυτοί καταδυναστεύουν το λαό, "τις σάρκες του κατατρώγουν και τα δέρματα των ανθρώπων από τα οστά τους αποσπούν" (16).
Ο Μιχαίας επισημαίνει τη γενέτειρα του Μεσσία, που θα είναι η Βηθλεέμ, διότι λέγει: «Και συ Βηθλεέμ, που αλλιώς λέγεσαι και οίκος άρτου, μικρή είσαι μεταξύ των πόλεων του Ιούδα. Δεν έχεις ούτε χίλιους κατοίκους. Αλλά από σένα θα προέλθει για τη δική μου δόξα ένας άντρας, για να γίνει άρχοντας του ισραηλιτικού λαού. Η αρχή και η ενέργεια αυτού ξεπερνά την αρχή των ημερών της δημιουργίας». Πρόκειται για μια μεγαλειώδη προφητεία, με καταπληκτικές προφητικές λεπτομέρειες. “Και είναι οι εξής: Ο προσδιορισμός του τόπου, ότι είναι δηλαδή μικρός και ότι ανήκει στις πόλεις του Ιούδα. Ακόμα, ότι το πρόσωπο που θα γεννιόταν εκεί είναι για το Θεό πρόσωπο εξέχον”, γιατί λέγει «θα γεννηθεί για τη δική μου δόξα». “Πέρα απ’ αυτό θα αναδεικνυόταν «Ηγήτορας» μέσα στον Ισραήλ. Αλλά, και κάτι πιο μεγάλο και πιο σπουδαίο. Το προφητευόμενο πρόσωπο, θα ήταν μεν από τη γέννησή του άνθρωπος, αλλά θα διέφερε ριζικά από τους άλλους θνητούς, επειδή πριν από τη γέννησή του προϋπήρχε αιώνια” (17). Αυτό σημαίνει η πρόταση της προφητείας: «η έξοδός του είναι απ’ αρχής αιώνος». Η έξοδος του παιδιού της Βηθλεέμ, δηλ. η ανατολή του, η εμφάνισή του, χάνεται στην αιωνιότητα. Το χωρίο αυτό αναφέρεται στην προαιώνια ύπαρξη του Μεσσία ως Θεού (18).
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Θεός φανέρωνε με τους προφήτες του όλο και πιο καθαρά τα χαρακτηριστικά εκείνου, που επρόκειτο να έρθει για να τους λυτρώσει. Πριν απ’ το Μεσσία, προαναγγέλλει ο προφήτης ΜΑΛΑΧΙΑΣ, θα εμφανιστεί ο αγγελιοφόρος του, σκοπός του οποίου θα είναι να προετοιμάσει το δρόμο για τη θεία εξ ουρανού κατάβαση του Χριστού του Θεού: «Νά, εγώ στέλνω τον αγγελιοφόρο μου, λέει ο Θεός, για να προετοιμάσει το δρόμο πριν από μένα. Θα είναι μια φωνή, που θα ακουστεί στην έρημο: Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάνετε ίσιους τους δρόμους του Θεού μας». (Μιχαίας 3,1-Ησαϊας 40,3).
Το περιεχόμενο της προφητείας αυτής είναι θαυμαστό, διότι εξαγγέλλει: “α) Την προετοιμασία του λαού να δεχτεί το Μεσσία. β) Ότι ο Μεσσίας θα ερχόταν και θα δρούσε μέσα σε ένα συγκεκριμένο λαό, τον Ισραήλ. γ) Η προετοιμασία του θα γινόταν από ένα και όχι πολλά πρόσωπα, δ) Ο Μεσσίας θα ερχόταν για να σώσει το λαό από τις αμαρτίες του και ε) και σπουδαιότερο: Το ερχόμενο πρόσωπο εξισώνεται με το Θεό Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ο ίδιος, που πρόκειται να έρθει, γιατί λέγει: «Εγώ στέλνω τον άγγελό μου και θα προετοιμάσει το δρόμο πριν από ΜΕΝΑ»” (19). Η συνείδηση της Εκκλησίας αναγνωρίζει στο πρόσωπο του μεγαλύτερου προφήτη της ιστορίας, του Ιω. του Βαπτιστή, τον ουρανόσταλτο αγγελιοφόρο, που κατέδειξε στους συγχρόνους του τον Χριστό, ως Υιό του Θεού.
Ο "τύπος του Μεσσία", ΔΑΝΙΗΛ, γεννήθηκε στην Παλαιστίνη από βασιλική οικογένεια και έδρασε στη Βαβυλώνα από το 605 μέχρι το 535 πΧ., οπότε και απέθανε. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ναβουχοδονόσορα, του Βαλτάσαρ, του Δαρείου και του Κύρου ερμήνευσε όνειρα και μυστηριώδεις γραφές, διασώθηκε με θαυματουργικό τρόπο απ' το μαρτύριο και αναδείχτηκε χαρισματούχος άρχοντας, βοηθός και ενισχυτής της πατρώας πίστης των συντρόφων του Ιουδαίων.
Στον πρώτο χρόνο του Βαλτάσαρ, βασιλιά της Βαβυλωνίας, είδε ο Δανιήλ ένα όνειρο. Μεταξύ άλλων, ο Δανιήλ αναφέρει και τα ακόλουθα: «Έβλεπα με προσοχή στο όραμα της νύχτας και νά, ξαφνικά παρουσιάστηκε κάποιος να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού, που έμοιαζε σαν υιός ανθρώπου. Προχώρησε μέχρι τον αιώνιο Θεό και πλησίασε κοντά του. Του δόθηκε εξουσία, τιμές και βασίλειο. Η εξουσία του είναι αιώνια, εξουσία που δεν θα καταργηθεί ποτέ και το βασίλειό του δεν θα καταστραφεί ποτέ». “Από τους αποστολικούς χρόνους, η Εκκλησία διέκρινε στη διήγηση αυτή την αναγγελία του Μεσσία. Εκείνο, όμως, το οποίο μας εντυπωσιάζει περισσότερο στο εδάφιο αυτό, είναι η υπόσχεση ενός αιώνιου και παγκόσμιου βασιλείου «που δεν θα καταστραφεί ποτέ»”. Αιώνιο είναι το βασίλειο του Χριστού, το οποίο θεμελιώθηκε πάνω στις καρδιές των ανθρώπων και όχι πάνω στη δύναμη του κόσμου αυτού (20).
Στην έρημο της Ιουδαίας, και συγκεκριμένα σε διάφορα σπήλαια της περιοχής του Κουμράν, στα βορειοδυτικά της Νεκράς Θάλασσας, ανακαλύφτηκαν τυχαία από ένα νεαρό βεδουϊνο -και στα επόμενα χρόνια (1947 - 1964) από τους επιστήμονες- πλήθος χειρογράφων. Η μεγάλη ιουδαϊκή μοναστική κοινότητα του Κουμράν έκρυψε μεταξύ του 66 και του 70 μΧ. με κάθε επιμέλεια τα χειρόγραφα αυτά, όσο η 10η Ρωμαϊκή Λεγεώνα προχωρούσε προς την Ιερουσαλήμ, δια της κοιλάδας του Ιορδάνη. Μπροστά στον επικείμενο, δηλαδή, κίνδυνο της καταστροφής, οι Ιουδαίοι μοναχοί φρόντισαν, ώστε να ασφαλίσουν τα κείμενα εκείνα, όσο το δυνατόν καλύτερα. Έτσι τα χειρόγραφα, χάρη και στο ξηρό κλίμα της περιοχής, την πλήρη έλλειψη υγρασίας και τις υψηλές θερμοκρασίες, διατηρήθηκαν σχεδόν επί δύο χιλιάδες χρόνια. Οι περγαμηνές που βρέθηκαν εκεί, σε έντεκα μικρά σπήλαια, χρονολογούνται από το 100 πΧ. ή και νωρίτερα. Έτσι αποτελούν, ουσιαστικά, τα αρχαιότερα μέχρι στιγμής σωζόμενα χειρόγραφα (21). Και, το σπουδαιότερο είναι ότι περιέχουν κείμενα όλων των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία μάλιστα συμπίπτουν με τα βιβλία που χρησιμοποιούνται από τους σημερινούς χριστιανούς και Εβραίους (22). Αυτό αποδεικνύει πως τα κείμενα της Γραφής, έμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα κατά τα τελευταία 2.000 χρόνια (23).
Ανάμεσα στους παπύρους, διασώζεται και η προφητεία των «εβδομήντα εβδομάδων», που τη βρίσκουμε στο ένατο κεφ. του βιβλίου του Δανιήλ. Είναι η εξής: «Εβδομήντα εβδομάδες ορίστηκαν για το λαό σου και την άγια πόλη, για να παύσει η αδικία, για να σφραγιστεί η αμαρτία, για να ξεπλυθεί το κακό, για να επικρατήσει αιώνια δικαιοσύνη, για να επικυρωθεί το όραμα και ο προφήτης και να χριστεί ο Άγιος των Αγίων. Γνώρισε, λοιπόν, και κατάλαβε, ότι από την έκδοση του προστάγματος για να ανοικοδομηθεί η Ιερουσαλήμ, μέχρι του Χριστού του Ηγήτορα θα είναι επτά εβδομάδες, και εξήντα δύο εβδομάδες. Η πλατεία και το τείχος θα οικοδομηθεί ξανά, μάλιστα σε καιρούς στενοχώριας. Και μετά τις εξήντα δύο εβδομάδες, ο Χριστός θα εκκοπεί, όμως όχι για τον εαυτό του και ο λαός του ηγήτορα, ο οποίος θα έρθει, θα αφανίσει την πόλη και το αγιαστήριο».
Το σταμάτημα της αδικίας, το σφράγισμα της αμαρτίας, το ξέπλυμα του κακού, η επικράτηση της δικαιοσύνης, θα πραγματοποιηθούν όταν χριστεί ο Μεσσίας. Τότε θα σταματήσουν οι οράσεις και οι προφητείες και θα χριστεί ο άγιος των αγίων. Όλα αυτά θα συμβούν μετά από «εβδομήντα εβδομάδες». Αυτή η μοναδική, σε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, ένδειξη, αναφέρεται, σύμφωνα με τη συνήθεια της Γραφής, όχι σε εβδομάδες ημερών, αλλά σε περιόδους επτά ετών. Συνεπώς, οι «εξήντα εννέα εβδομάδες», δηλ. 7 σύν 62 εβδομάδες ετών, που αναφέραμε, μέχρι την εμφάνιση στο προσκήνιο του Χριστού του Ηγήτορα, του Μεσσία, είναι εξήντα εννέα χρόνια επί επτά, συνολικά 483 χρόνια.
Για την έναρξη της χρονολόγησης, παρατίθεται από το προφητικό κείμενο μια συγκεκριμένη ιστορική αφετηρία. Η έκδοση ενός προστάγματος για την ανοικοδόμηση, εκ νέου, της Ιερουσαλήμ, μετά την επιστροφή των Ιουδαίων από την εξορία (Βαβυλώνιος αιχμαλωσία). Ποιο είναι, όμως, το διάταγμα αυτό;
Σε διάστημα ογδόντα ετών, μόνο τέσσερα τέτοια διατάγματα εκδόθηκαν. Το πρώτο από τον Κύρο το 536, και το τελευταίο από τον Αρταξέρξη το Μακρόχειρα κατά το εικοστό έτος της βασιλείας του, ήτοι το 455 πΧ. Το ότι, όμως, η ανοικοδόμηση ολόκληρης της Ιερουσαλήμ μαζί με τα τείχη της επετράπη μόνο δια του τελευταίου διατάγματος, μας πείθει ότι η χρονολογία αυτή και μόνη, δηλ. το έτος 455 πΧ. πρέπει να τεθεί ως βάση των εβδομήντα εβδομάδων (24). Συνεπώς οι 69 εβδομάδες, αρχόμενες από το έτος 455 πΧ. λήγουν στο έτος 28 μΧ. Η σύμπτωση φαίνεται εκπληκτική, εφόσον το 28 μΧ. είναι περίπου η χρονολογία κατά την οποία ο Χριστός άρχισε τη δημόσια ζωή και δράση του, κηρύττοντας το ευαγγέλιο της σωτηρίας.
Μετά τις 62 εβδομάδες, συνεχίζει όμως η προφητεία, και πριν από την 70η εβδομάδα, ο «Χριστός θα εκκοπεί», θα θανατωθεί, γεγονός, που πραγματοποιήθηκε με το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, το 32 με 33 μΧ. Και ο θάνατος του Μεσσία, ξεκαθαρίζει η προφητεία, δεν θα ήταν για τον εαυτό του, αλλά για τους άλλους, για να γίνει εξιλέωση για την ανομία. Και όχι μόνο αυτό! Η προφητεία εκτός από το Χριστό τον Ηγήτορα, μιλάει και για έναν δεύτερο ηγήτορα, ο οποίος θα έρθει. Έπειτα από το θάνατο του Μεσσία, ο λαός του δεύτερου αυτού ηγήτορα, που εξυπακούεται ότι δεν θα είναι ο λαός Ισραήλ, αλλά ξένος προς τον Ισραήλ, θα έρθει να αφανίσει την πόλη και το αγιαστήριο. Καθαρότατα προφητεύεται εδώ η καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο, το 70 μΧ., που, όπως επισημαίνει η προφητεία με τη λέξη αφανισμός, δεν ήταν πραγματικά απλώς καταστροφή, αλλά ισοπέδωση και γκρέμισμα της Πόλης και του Ναού (25).
Η Παλαιά Διαθήκη, φυσικά, δεν αναφέρει μόνο τις προφητείες για τον ερχομό του Χριστού στη γη, αλλά συνολικά 332 προφητείες για γεγονότα της επίγειας ζωής του θεανθρώπου, που πραγματοποιήθηκαν με θαυμαστή ακρίβεια στο πρόσωπο και το έργο Του και οι οποίες αφήνουν τους απροκατάληπτους και έντιμους ερευνητές άφωνους, ενώ στους πιστούς προξενούν κατάπληξη και περισσή ευλάβεια, γιατί αναφέρονται στο Λόγο του Θεού, που ήταν με τον Πατέρα και πήρε σάρκα και ψυχή ανθρώπινη, για να στήσει τη σκηνή του ανάμεσά μας και μέσα στις καρδιές μας.
Αναφέρουμε, χαρακτηριστικά, τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, που προαναγγέλθηκε από τον προφήτη ΖΑΧΑΡΙΑ, με τα λόγια: «Να χαίρεσαι, θυγατέρα Σιών, να διαλαλείς, θυγατέρα Ιερουσαλήμ: Νά, έρχεται σε σένα ο βασιλιάς σου, δίκαιος και σωτήρας, πράος, και καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι» (Ζαχ. 9,9). Ο ίδιος προφήτης προλέγει και την αμοιβή του Ιούδα για την προδοσία του: «Όρισαν το μισθό μου τριάντα αργύρια», λέει η προφητεία. (Ζαχ. 11).
Στον Ψαλμό 41 διαβάζουμε: «Αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος, μαζί με τον οποίο ζούσα ειρηνικά, στον οποίο ήλπισα, αυτός που έτρωγε ψωμί μαζί μου, σήκωσε την φτέρνα του εναντίον μου», και ακόμα ο Ζαχαρίας μας λέγει: «Όταν κάποιος τον ρωτήσει: Τι είναι οι πληγές αυτές μέσα στα χέρια σου; Εκείνος θα απαντήσει: Είναι οι πληγές εκείνες, που πληγώθηκα μέσα στο σπίτι των φίλων μου» (13,6). Είναι τόσο καθαρές οι προφητείες και συνέβησαν στη ζωή του Χριστού με τόση ακρίβεια, που νομίζει κανείς ότι διαβάζει τα Ευαγγέλια, στα χρόνια της Καινής Διαθήκης και όχι την Παλαιά Διαθήκη. Έτσι, ο Ιούδας, που έτρωγε ψωμί μαζί με το Χριστό, τον πρόδωσε, και οι πληγές μέσα στα χέρια προέρχονται από τα καρφιά και προξενήθηκαν από τους φίλους του Χριστού, δηλ. τους συμπατριώτες του Ιουδαίους, που τον παρέδωσαν για να σταυρωθεί.
Στον Ψαλμό 21, ο προφήτης και βασιλιάς Δαυίδ λέγει: «Διαμοιράστηκαν μεταξύ τους τα ιμάτιά μου και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Κατάπληξη προξενεί η, 11 αιώνες πριν την εκπλήρωσή της, προφητεία αυτή, που δεν εφαρμόστηκε φυσικά ούτε στο Δαυίδ, ούτε σε κάποιον άλλο επίσημο της εποχής του, αλλά εφαρμόστηκε από τους στρατιώτες και σταυρωτές του Ιησού, κάτω από το Σταυρό του. “Πρώτα γιατί ξεχωρίζονται τα ρούχα του Μεσσία σε εσωτερικό ρουχισμό (ιμάτια) και σε εξωτερικό επένδυμα (ιματισμός). Έπειτα, τα εσωτερικά ιμάτιά του θα τα μοιράζονταν, ενώ για το ένα, τον εξωτερικό χιτώνα, δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο, να τον χαλάσουν δηλαδή, γι’ αυτό και θα έριχναν κλήρο, για το ποιος θα τον έπαιρνε. Τέλος, οι εκτελεστές της θανατικής καταδίκης θα έπρεπε να’ ναι πολλοί, αφού θα γινόταν μοιρασιά, και θα έπρεπε ακόμα να ήταν συνηθισμένοι από τη λεία αντικειμένων των καταδίκων, άρα θα έπρεπε να’ ναι στρατιώτες, και μάλιστα ξένης χώρας” (26).
Αλλά και ο Ψαλμός 15 περιγράφει την ανάσταση του Ιησού, με τα λόγια: «Δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα αφήσεις τον άγιόν σου να γνωρίσει τη σωματική αποσύνθεση». Ο Δαυίδ, φυσικά, καθόλου δεν ήταν ανόητος για να πιστεύει ότι δεν θα πέθαινε ποτέ, αλλά αναφέρεται στην ταφή και ανάσταση του Κυρίου, του οποίου το σώμα, τις τρεις ημέρες του θανάτου του, ως αδιάσπαστα ενωμένο με τη θεότητά του, δεν γνώρισε πτωματική αποσύνθεση.
Στο χριστολογικό Ψαλμό 109 ο Δαυίδ αναφωνεί: «Είπε ο Κύριος στον Κύριο μου: Κάθησε στα δεξιά μου, μέχρι να κάνω τους εχθρούς σου χαλάκι για τα πόδια σου». Ώστε, ο Δαυίδ, αν και είναι βασιλιάς, έχει εξουσιαστές και κυρίους, που συνεργάζονται μεταξύ τους; Όχι βέβαια. Ιστορικά . ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο στη ζωή του Δαυίδ. Αλλά η προφητεία εμφανίζει στο προσκήνιο τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, εκ των οποίων ο Πατέρας απευθυνόμενος προς τον Υιόν Του, μετά την ανάληψή του, του ζητά να καθήσει στα δεξιά του, μέχρι να υποτάξει τις εχθρικές ορατές και αόρατες δυνάμεις, στη δύναμή του.
Ακόμη, ο βασιλιάς Δαυίδ προλέγει κατά παραχώρηση Θεού: «κάρφωσαν τα χέρια μου και τα πόδια μου, εμέτρησαν όλα τα οστά μου» (Ψλμ. 21). Ποτέ όμως ο ίδιος ο Δαυίδ δεν σταυρώθηκε. Ούτε υπήρχε στην εποχή του η ποινή της σταυρώσεως. Εμφανέστατα, προφητεύει τη Σταύρωση του Ιησού.
Μια άλλη προφητεία, εξάλλου, του προφήτη Ζαχαρία αφορά το σταυρικό θάνατο του Εκλεκτού: «Θα επιβλέψουν, λέγει, σε μένα, τον οποίον εκέντησαν». Θα ατενίσουν, δηλαδή, εμένα, που λόγχισαν πάνω στο Σταυρό. Ας θυμηθούμε το Ρωμαίο στρατιώτη, που λόγχισε την πλευρά του Ιησού, απ’ την οποία έτρεξε αίμα και νερό. Και τέλος, «κόκκαλό Του δεν θα σπάσετε», αναφέρεται στο βιβλίο της Εξόδου (κεφ. 12). Πράγματι, ενώ οι στρατιώτες έσπασαν τα οστά των μηρών των δύο άλλων κακούργων πάνω στο Σταυρό, για να επιφέρουν γρηγορότερο θάνατο, τον Ιησού δεν τον άγγιξαν, γιατί είχε ήδη εκπνεύσει (27).
Οι σελίδες της Π.Δ., όπως είδαμε, μιλούν καθαρά για την αναμονή του Μεσσία. Ερευνώντας όμως τους μύθους, τα θρησκευτικά και γενικότερα τα φιλολογικά κείμενα και των άλλων λαών, βρίσκουμε να υπάρχει και εκεί, σποραδικά, η ίδια ελπίδα. Φιλόσοφοι, ποιητές, ιδρυτές θρησκειών σε Ανατολή και Δύση, αιώνες πριν την έλευση του Χριστού, μίλησαν για τον ερχομό στον κόσμο ενός Λυτρωτή. Περιέγραψαν τη ζωή και το έργο του κατά τέτοιο τρόπο, που πολλές φορές οι περιγραφές τους θυμίζουν αντίστοιχες προφητείες της Π. Διαθήκης. Ας δούμε, όμως, ενδεικτικά, για μια σφαιρικότερη ενημέρωση στο σπουδαιότατο αυτό κεφάλαιο των προφητειών, τις αντίστοιχες δύο, έμμεσες, προφητείες από τον Ελληνικό χώρο, του Πλάτωνα και του Αισχύλου.
Ο Πλάτωνας, στην Πολιτεία του, περιγράφει κάποιον Δίκαιο με τα παρακάτω λόγια: «Πρέπει ν’ απογυμνωθεί από όλα, εκτός από τη δικαιοσύνη... Χωρίς καθόλου ν’ αδικεί, θα θεωρείται ότι είναι ο μεγαλύτερος άδικος, ώστε να δοκιμαστεί η δικαιοσύνη του.... Θα μείνει, όμως, σταθερός μέχρι το θάνατό του, θεωρούμενος άδικος σ’ όλη του τη ζωή, αν και είναι δίκαιος... Θα μαστιγωθεί, θα βασανιστεί, και πεθαίνοντας, αφού υποστεί όλα τα κακά, θα καρφωθεί πάνω σε ξύλο» (Πλατ. Πολιτεία Β’).
Στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, έχουμε την πρόρρηση ότι ο Προμηθέας, που, ένεκα της ύβρης που διέπραξε προς τον Δία, δέθηκε στον Καύκασο και υπέφερε δίκαια, θα λυτρωθεί μόνο από ουράνιο πρόσωπο, που θα είναι μάλιστα υιός Θεού και θα έχει γεννηθεί με υπερφυσικό τρόπο. Αυτός θα εξαλείψει τη δύναμη και την εξουσία των ειδωλολατρικών θεοτήτων. Και με τη θέλησή του θα κατέβει στα ομιχλώδη σκοτάδια του αποκρουστικού Άδη, για να γίνει εξιλαστήριο θύμα, προς απολύτρωση του δεμένου, για τις αμαρτίες του, ανθρώπου (28).
Τα παραπάνω κείμενα των Ελλήνων σοφών, οι χριστιανοί, από πολύ νωρίς, τα θεώρησαν ότι αναφέρονται στο πρόσωπο του Μεσσία. Όταν λοιπόν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, οι προρρήσεις και τα οράματα των προφητών, ο πόθος των δικαίων, εκπληρώθηκαν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με τον ερχομό του άνοιξε και πάλι την κλεισμένη θύρα του Παραδείσου και έδωσε στον καθένα τη δυνατότητα να γίνει πολίτης του καινούργιου κόσμου, μέλος της Βασιλείας του Θεού.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του Ματθαίου, διαβάζουμε: «Αφού γεννήθηκε ο Ιησούς στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, τον καιρό του βασιλιά Ηρώδη, έφτασαν από τα ανατολικά της Ιερουσαλήμ οι μάγοι, λέγοντας: «πού γεννήθηκε ο βασιλιάς των Ιουδαίων; Είδαμε το άστρο του στην ανατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε». Στο σημείο αυτό εκπληρώνεται η προφητεία του Ησαϊα, που λέγει: «Πλήθος καμήλων θα σε σκεπάσει, όλοι από τη Σεβά θα έρθουν, χρυσάφι και λίβανο θα φέρουν και θα ευαγγελίζονται τους επαίνους του Κυρίου» (Ησαϊας 60). Ποιοι ήσαν, στ’ αλήθεια, οι Μάγοι και τι ήταν το άστρο της Βηθλεέμ;
Κατά την παράδοση, οι Μάγοι προέρχονταν από την Αραβία. Η λέξη "Μάγοι" εδήλωνε τους σοφούς και τους ιερείς των Μήδων, Περσών, Χαλδαίων και Βαβυλωνίων. Ήταν αστρονόμοι και αστρολόγοι συνάμα, αφού άλλωστε οι ανατολικοί λαοί στα χρόνια εκείνα δεν διέκριναν την αστρονομία από την αστρολογία, διάκριση την οποίαν καθιέρωσαν πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες από τον 6ο έως τον 2ο αι π.Χ., διαχωρίζοντας την πραγματική επιστήμη της αστρονομίας από την "μαντική τέχνη" της αστρολογίας και πρώτοι αυτοί άρχισαν να μελετούν τους αστέρες για να ανακαλύψουν σύμφωνα με ποιους νόμους κυβερνώνται (29). Η αστρολογία παρέμεινε, σε όλα τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και μέχρι σήμερα, μια ξεχωριστή ειδωλολατρική θρησκεία και μια απόκρυφη μελλοντολογική ενασχόληση με τον ουράνιο κόσμο, που ερχόταν πάντα σε αντίθεση με την αποκάλυψη του Θεού στο λαό του. Αναζητούσε το πεπρωμένο στις κινήσεις και τα χαρακτηριστικά των αστέρων. Και είναι φοβερές, σε πολλά σημεία των βιβλίων της Π.Δ., οι προειδοποιήσεις του Θεού κατά των αστρολόγων. Το συμπέρασμα είναι πως η αστρολογία και οι οπαδοί της βρίσκονται ακόμα στο πρωτόγονο και παμπάλαιο στάδιο της μαγείας και του πανθεϊσμού, που λάτρευαν ό,τι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν στον ήλιο, στα άστρα και στη σελήνη, ως μυστήριο. Σημαντική συμβολή του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, στη συνέχεια, υπήρξε η απομυθοποίηση της φύσης των ουρανίων σωμάτων και η αντιμετώπισή τους ως αψύχων υλικών. Η ζωή μας, για τις δύο αυτές εξ αποκαλύψεως θρησκείες, εξαρτάται όχι από τα ζώδια και τους αστερισμούς, αλλά από την Πρόνοια και την αγάπη του Θεού αφ’ ενός, και από τον προσωπικό μας αγώνα αφ’ ετέρου. Γι' αυτό και η προσκύνηση των τριών σοφών εξ Αραβίας δείχνει την άφατη φιλανθρωπία του Θεού για τη σωτηρία του εθνικού και ειδωλολατρικού κόσμου, τον οποίον κάλεσε ο θεάνθρωπος λυτρωτής σε μετάνοια δι' εκπροσώπων του, δηλ. των Μάγων, που μπορεί άλλωστε να είχαν προσωπικά ασπαστεί την Ιουδαϊκή πίστη (30).
Πραγματικά, είναι πιθανό οι μάγοι να ήλθαν σε επαφή με τις Ιουδαϊκές περί Μεσσίου παραδόσεις από τα χρόνια ήδη της αιχμαλωσίας των Ιουδαίων, οι οποίοι απλώθηκαν σε όλες τις χώρες της Ανατολής. Ας μην ξεχνάμε ότι ο πόθος της λύτρωσης δι' ενός εκλεκτού απεσταλμένου του Θεού ήταν πανανθρωπίνως αποδεκτός και, όπως φαίνεται από την ευαγγελική διήγηση, τον είχαν ενστερνιστεί και οι Μάγοι, που ήσαν κατεξοχήν θεοσεβείς άνθρωποι. Άλλωστε, στο ευαγγέλιο γίνεται λόγος, κατ' επανάληψη, για ένα και μοναδικό αστέρι, πράγμα που συμφωνεί και με τις προφητείες των Ιουδαίων για τον αναμενόμενο Εκλεκτό Μεσσιακό Βασιλέα τους (Αριθμοί 24,17).
Συμβολίζει, λοιπόν, το άστρο της γέννησης το υπερκόσμιο φως της Θεότητας του Χριστού. Ο ίδιος ο Κύριος λέγει: "Εγω ειμι ο αστηρ ο λαμπρος ο πρωϊνος" (Αποκ. 22,16). Σχεδόν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, δέχονται ότι ο αστέρας αυτός δεν εξηγείται με φυσικό τρόπο, αλλά πρόκειται για θαυμαστό "φωταγωγό, ξένο, παράδοξο, ασυνήθη, μεταφυσικό" φαινόμενο (31), διότι το άστρο της Βηθλεέμ, όπως παρουσιάζεται από τη Γραφή, βάδιζε και σταματούσε σύμφωνα με τη δική του επιθυμία, κατέδειξε συγκεκριμένο σημείο, τη φάτνη, φωτίζοντας μόνο εκεί και όχι όλη την οικουμένη, όπως κάνει ένας φυσιολογικός αστέρας, έλαμπε το καταμεσήμερο και όχι μόνο τη νύχτα, φαινόταν και πάλι κρυβόταν, σαν να είχε δύναμη λογικότατη, που κατέδειξε την ένωση ουρανού και γης στο όνομα του Υιού του Θεού (32)
Θαυμάσιο χαρακτηριστικό της ζωής του Ιησού, απ’ το οποίο φαίνεται εξάλλου η θεότητά του, είναι η επαλήθευση στο πρόσωπό του, του συνόλου των συγκεκριμένων για τη ζωή και τη δράση του προφητειών. Είναι βέβαιο, ότι οι προφήτες έζησαν ολόκληρες εκατονταετίες προ Χριστού. Και έχει αποδειχτεί επιστημονικά η αρχαιότητα των βιβλίων της Π.Δ. (33). Εάν ένας και μόνο άνθρωπος, έλεγε ο Πασκάλ, είχε συντάξει βιβλίο προφητειών, και ο Ιησούς είχε έλθει σύμφωνα με τις προφητείες αυτές, θα ήταν πράγματι δύναμη μεγάλη εκ Θεού. Αλλά εδώ υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο. Πρόκειται για σειρά ανθρώπων, που ο ένας εμφανιζόταν μετά τον άλλο κατά τη διάρκεια χιλιετηρίδων για να προφητεύσουν την έλευση του Χριστού. Πώς, λοιπόν, θα ήταν δυνατόν οι, σε διαφορετικούς καιρούς και από διαφορετικά πρόσωπα, εξαγγελθείσες προφητείες να συμφωνήσουν όλες κατά τυφλή σύμπτωση ως προς τα περιστατικά της ζωής ενός και μόνου προσώπου; (34). Είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό είναι έργο θεοπνευστίας, έργο Θεού, που θέλησε να διαγράψει στους ανθρώπους το σχέδιο της σωτηρίας με τέτοια ποικιλία μέσων και χρωματισμών, ώστε η από τις προφητείες προκύπτουσα θαυμάσια συμφωνία να μην μπορεί να αποδοθεί στην τύχη, αλλά στην ενέργεια του Θεού (35).
“Πάντως, μέχρι σήμερα, κανείς δεν κατάφερε να ανακαλύψει κάποιον άνθρωπο στον πλανήτη μας, που θα μπορούσε, αντί του Χριστού, να θεωρηθεί ο Μεσσίας. Ακόμα και οι πιο σκληροί πολέμιοι του Ευαγγελίου δεν το κατάφεραν” (36).
Ο Χριστός, όμως, δεν προαναγγέλθηκε μόνο από τους προφήτες, αλλά προφήτευσε και ο ίδιος. Ο Ιησούς κατέχει στα χέρια του τα κλειδιά του χρόνου. Βλέπει εξ αποστάσεως, διακρίνει τα απόκρυφα, διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και έχει γενικά τη διορατικότητα του προφήτη. Ο Σωτήρας προλέγει την προδοσία του Ιούδα, την άρνηση του Πέτρου, την εκ μέρους των μαθητών του εγκατάλειψη, τα παθήματα, τον θάνατο και την ανάστασή του, την επιφοίτηση του Αγ. Πνεύματος στους αποστόλους του και τους διωγμούς, τους οποίους αυτοί θα υποστούν (37).
Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η προφητεία του Κυρίου για το θρίαμβο της Εκκλησίας, την οποία δεν θα καταφέρουν οι αντίθεες δυνάμεις να υποτάξουν . μια αλήθεια, που πιστοποιείται από τη διαχρονική, επί 2.000 χρόνια, συνέχειά της μέχρι σήμερα, και η προφητεία του Χριστού για την ερήμωση και καταστροφή της Ιερουσαλήμ, που κατά γράμμα έγινε πραγματικότητα από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο, ο οποίος το 70 μΧ. την κατέστρεψε εκ θεμελίων. Οι προηγούμενες, λοιπόν, προφητείες, σε συνδυασμό με την υπέροχη και ασύγκριτη διδασκαλία του, τη μοναδική αναμαρτησία του, το άπειρο πλήθος και την ποικιλία των θαυμάτων και θεραπειών του, και το ασύλληπτο γεγονός της ανάστασής του, καταδεικνύει όχι ότι ήταν ένας ηθικός και άγιος άνθρωπος, αλλά ότι ήταν ο Θεός ο ίδιος ενσαρκωμένος.
Κείμενα του Μιχαήλ Χούλη
Θεολόγου, Ειδικού Συνεργάτη της Ι.Μ.Σύρου
http://www.im-syrou.gr/poimantikes_drastiriotites/keimena/xoulis/profities_messia/index.htm
Πράγματι, ο Βούδδας, ο Κομφούκιος, ο Λάο Τσε, ο Μωάμεθ και όλοι οι ιδρυτές θρησκειών, παρουσιάζονται ιστορικά απομονωμένοι. Εμφανίστηκαν, δηλαδή, σε μια ορισμένη περίοδο, χωρίς να τους έχει προαναγγείλει κάποια θρησκευτική παράδοση. Αντίθετα, ο Μεσσίας δεν αναγγέλθηκε μονάχα από έναν προφήτη, αλλά από μια ατελείωτη αλυσίδα ανθρώπων (7), που έζησαν και έδρασαν σε διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, περιβάλλον και συνθήκες. Θα παραμείνει, δηλαδή, για πάντα το κλειδί της ιστορίας, που ανοίγει μόνο με την πίστη στην θεότητά Του και το χαρακτηρισμό του ως «Υιός του Θεού», που έγινε άνθρωπος ακριβώς για να γίνουμε εμείς θεοί και να κληρονομήσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών».
Ο απ. Παύλος, στην προς Γαλάτας επιστολή του, μας διαβεβαιώνει πως «όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, τότε έστειλε ο Θεός τον Υιόν Του, ο οποίος γεννήθηκε από γυναίκα». Για το συγκεκριμένο αυτό «πλήρωμα του χρόνου», μίλησαν οι προφήτες εκατοντάδες χρόνια πριν την πολυπόθητη Επιφάνειά Του. Αποτελούν οι μαρτυρίες αυτές την πλέον ισχυρή αγιογραφική απόδειξη του θεανθρωπίνου χαρακτήρα του Ιησού Χριστού, της ιδιότητάς του ως Υιού του Θεού και της μοναδικής μεσσιακής Του αποστολής μέσα στο διάβα των αιώνων.
Ας αρχίσουμε από το "ΠΡΩΤΕΥΑΓΓΕΛΙΟ", που βρίσκεται στο πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τη ΓΕΝΕΣΗ (κεφ.3 παρ.15). Μετά το προπατορικό αμάρτημα «είπε ο Κύριος ο Θεός στο φίδι: Θα θέσω άσβεστη εχθρότητα ανάμεσα σε σένα και τη γυναίκα και ανάμεσα στους απογόνους σου και τους απογόνους της. Ένας δε απόγονος της γυναικός μόνης, αυτός θα σου συντρίψει το κεφάλι και συ θα κεντήσεις τη φτέρνα του». Από όλη την Αγία Γραφή, μόνο στην προφητεία αυτή αναφέρεται η λέξη ‘σπέρμα”, δηλαδή “απόγονος”, σε γυναίκα, ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις έχει αποκλειστική αναφορά στο ανδρικό φύλο. Παρέχεται, έτσι, σαφής υπαινιγμός για τη γέννηση του αναμενόμενου Σωτήρα από μόνη τη γυναίκα (8), δηλαδή τη Θεοτόκο Μαρία. Ο οποίος Σωτήρας θα συντρίψει την καταχθόνια και μισάνθρωπη εξουσία του πονηρού Σατανά-φιδιού (με την Ανάστασή του), ενώ εκείνος (δηλ. ο διάβολος) θα καταφέρει απλά να τον τραυματίσει στη φτέρνα, εννοώντας τον προσωρινό τριήμερο θάνατό του.
Το Θείο αυτό παιδί, η προσμονή των αιώνων, θα γεννιόταν από το σπέρμα του Αβραάμ, γιατί ο Θεός τον διαβεβαιώνει ότι "δια του σπέρματός σου (μέσω ενός εκλεκτού προσώπου) θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης, επειδή υπάκουσες στη φωνή μου", (Γένεση 22,18), η γέννησή του περιορίζεται στο γενεαλογικό δένδρο του Ισαάκ και όχι του Ισμαήλ (Γένεση, 21,12), προέρχεται από το γενεαλογικό επίσης δένδρο του Ιακώβ και όχι του Ησαύ (Αριθμοί, 14,17), από την άσημη φυλή του Ιούδα (Μιχαίας 5,1), από την συγκεκριμένη οικογένεια του Ιεσαί (Ησαίας 11,1) και από τον Οίκο του Δαυίδ, απ’ τον οποίον, πράγματι, γεννήθηκε ο Χριστός: "Ιδού, έρχονται μέρες, λέει ο Κύριος, που θα σηκώσω στον Δαυίδ Βλαστό, Δίκαιο και θα βασιλεύσει ως Βασιλιάς και θα ευημερήσει και θα κάνει Κρίση και Δικαιοσύνη πάνω στη γη" (Ιερεμίας, 23,5) (9). `Ολες οι προηγούμενες λαμπρές προφητείες διατυπώθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και όμως συγκλίνουν στον, ιστορικά, κατεξοχήν πνευματικό ηγέτη της σωσμένης ανθρωπότητας, δηλ. της Εκκλησίας, στον Ιησού Χριστό και Υιό του Θεού, στον οποίον και δια του οποίου πραγματοποιήθηκαν με μαθηματική ακρίβεια, σύμφωνα με το καθορισμένο σχέδιο της πάνσοφης Πρόνοιας του Πατέρα, πριν να υπάρξει ακόμη ο κόσμος (10).
Στο κεφ. 49 της Γένεσης υπάρχει μια προφητεία, που από Χριστιανούς και Εβραίους, κατατάσσεται μεταξύ των μεσσιανικών κειμένων της Βίβλου. Ο Ιακώβ καλεί τα παιδιά του, προτού να πεθάνει, και τους λέει: «Συγκεντρωθείτε γιατί θέλω να σας αναγγείλω αυτό που θα συμβεί στις τελευταίες μέρες..... Το σκήπτρο δε θα αφαιρεθεί από τον Ιούδα, ούτε η ράβδος της εξουσίας από τα χέρια του, έως ότου να έρθει εκείνος στον οποίον ανήκει. Σ’ αυτόν θα υπακούσουν οι λαοί της γης». “Όπως δείχνει η ιστορία, «το σκήπτρο και η ράβδος της εξουσίας» αφαιρέθηκαν από τον Ιούδα όταν ακριβώς εμφανίστηκε ο Ιησούς πάνω στη γη. Η έλευσή Του συνέπεσε με τις «τελευταίες ημέρες», τότε δηλαδή που συμπληρώθηκε ο χρόνος τον οποίο είχαν προαναγγείλει οι προφήτες. Ο Ηρώδης, ο αυτουργός της σφαγής των αθώων παιδιών, είναι ο τελευταίος βασιλιάς των Εβραίων. Μετά το θάνατό του διαμελίστηκε η χώρα τους. Η εξουσία μεταβιβάστηκε στους Ρωμαίους κυβερνήτες και ο Ισραήλ έχασε την ανεξαρτησία του” (11).
Ανάμεσα στα σημαντικά μεσσιανικά εδάφια συγκαταλέγεται και η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στο βασιλιά Δαυϊδ (2 Σαμ., κεφ 7): «Ένας από τους απογόνους σου, του είπε, θα οικοδομήσει ένα σπίτι αφιερωμένο στο όνομά μου και εγώ θα φροντίσω να σταθεροποιήσω στους αιώνες το βασιλικό του θρόνο. Εγώ θα είμαι πατέρας του και εκείνος θα είναι υιός μου.... Το σπίτι του και το βασίλειό του θα είναι πάντα σταθερά και ο θρόνος του θα είναι ατράνταχτος στην αιωνιότητα».
Από τις προφητείες του Ησαϊα, η ποιο γνωστή και ποιο σπουδαία βρίσκεται στο κεφ. 7,14: "Ακούστε τώρα Οίκος του Δαυίδ... Ο ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει σημάδι: Προσέξτε, η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γυιό, και το όνομά του θα κληθεί Εμμανουήλ". “Ένα σπουδαίο στοιχείο στην προφητεία αυτή είναι η λέξη ΑΛΜΑ που χρησιμοποιείται στο Εβραϊκό πρωτότυπο για την παρθένο. Υποδηλώνει γυναίκα παρθένο, η οποία δεν εξαναγκάσθηκε προς τούτο, και είναι σε ηλικία γάμου. Ενώ στην Αγία Γραφή βρίσκεται σε χρήση και η λέξη ΜΠΕΤΟΥΛΑ, που υποδηλώνει αναγκαστική παρθενία. Στο Χριστό βρίσκουμε την εκπλήρωση της προφητείας αυτής, με τις εξής καταπληκτικές λεπτομέρειες. Πρώτα, σε καθαρά ιστορικά και γεωγραφικά πλαίσια. Δεύτερο, ο Μεσσίας προέρχεται από γυναίκα Ιουδαία. Τρίτο, συλλαμβάνει και γεννάει γυναίκα παρθένος. Τέταρτο, γεννάει αρσενικό παιδί. Πέμπτο, όχι οποιοδήποτε αρσενικό παιδί, αλλά τον Υιό του Θεού. (14).
Στα κεφ. 52 και 53 του Ησαϊα βρίσκουμε μια πολύ εντυπωσιακή προφητεία για το Μεσσία, στην οποία οι πιστοί αναγνωρίζουν τα πάθη του Ιησού: «Δεν είχε ωραία και ελκυστική εμφάνιση. Δεν είχε λαμπρότητα προσώπου, ούτε κάλλος. Το πρόσωπό του ήταν καταφρονημένο . χωρίς τιμή και δόξα. Δέχτηκε εξευτελισμούς και ταπεινώσεις εκ μέρους των ανθρώπων. Αυτός όμως φέρει πάνω του το βαρύ φορτίο των αμαρτιών μας. Τραυματίστηκε για τις δικές μας αμαρτίες, υπέφερε για τις ανομίες μας. Χάρη δε στην πληγή εκείνου, εμείς θεραπευτήκαμε. Και αυτός παρ’ όλες τις κακώσεις που υπέστη, δεν άνοιξε το στόμα του. Σαν άφωνο πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή. Σαν αμνός μπροστά σ’ αυτόν που τον κουρεύει, έτσι βαδίζει, χωρίς να ανοίγει το στόμα του. Αφαιρέθηκε βίαια και άδικα από τη γη η ζωή του. Το παιδί μου αυτό, λέγει ο Θεός, δεν έπραξε καμία παρανομία, ούτε βρέθηκε ποτέ ψεύδος στο στόμα του. Αν προσφέρετε αυτόν ως εξιλαστήριο θύμα για τις αμαρτίες σας, η ψυχή σας θα λυτρωθεί. Αυτός θα πάρει ως δική του πνευματική κληρονομιά πολλούς, γιατί με τη θέλησή του παραδόθηκε στο λυτρωτικό για μας θάνατο. Και δια της θυσίας του πήρε πάνω του τις αμαρτίες πολλών».
Ξαφνικά, όμως, ο θεόπνευστος συγγραφέας αλλάζει το συναισθηματικό τόνο του ψαλμού. Από τη σκηνή της ταπείνωσης, περνά στη δόξα: «Θα θυμηθούν και θα ξαναγυρίσουν στον Κύριο όλα τα έθνη της γης. Θα γονατίσουν μπροστά του όλες οι φυλές του κόσμου, γιατί σ’ Αυτόν ανήκει το Βασίλειο και Αυτός εξουσιάζει τα έθνη. Μπροστά του θα γονατίσουν όλοι οι μεγάλοι της γης». Διαβάζοντας κάποιος σήμερα την περικοπή αυτή και αγνοώντας ότι ανήκει στον Ησαϊα, δεν θα ήταν δύσκολο να νομίσει ότι την έγραψε κάποιος Χριστιανός. Είτε τη συγκρίνουμε με το πάθος, που ιστορείται στα Ευαγγέλια, είτε προς τη διδασκαλία των αποστόλων, για τη θυσία του Χριστού, είμαστε αναγκασμένοι να ομολογήσουμε ότι αναφέρεται στον Ιησού Χριστό και το έργο του (15).
Οι θεϊκές ιδιότητες του Παιδίου Ιησού παρουσιάζονται από τον Ησαϊα με τα εξής καταπληκτικά λόγια: «Θα γεννηθεί για μας Παιδί, θα δοθεί σ’ εμάς ο υιός αυτός, του οποίου η εξουσία υπάρχει απ’ αρχής πάνω στους ώμους του και θα καλείται το όνομά του αγγελιοφόρος της μεγάλης βουλής του Θεού, Θεός ισχυρός, αρχηγός της ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (9,6).
Ο ΜΙΧΑΙΑΣ, ακολούθως, ζει και δρα την ίδια εποχή με τον Ησαϊα, δηλαδή τον 8ο αιώνα πΧ. Προλέγει την καταστροφή της Σαμάρειας από τους Ασσυρίους (722 πΧ) και την ερήμωση του ναού της Ιερουσαλήμ (586). Επιτίθεται με το κήρυγμά του εναντίον των ψευτοπροφητών, των αδίκων κριτών, αυτών που πλουτίζουν παράνομα και ανήθικα και των ιερέων, που διδάσκουν αντί αμοιβής. Όλοι αυτοί καταδυναστεύουν το λαό, "τις σάρκες του κατατρώγουν και τα δέρματα των ανθρώπων από τα οστά τους αποσπούν" (16).
Ο Μιχαίας επισημαίνει τη γενέτειρα του Μεσσία, που θα είναι η Βηθλεέμ, διότι λέγει: «Και συ Βηθλεέμ, που αλλιώς λέγεσαι και οίκος άρτου, μικρή είσαι μεταξύ των πόλεων του Ιούδα. Δεν έχεις ούτε χίλιους κατοίκους. Αλλά από σένα θα προέλθει για τη δική μου δόξα ένας άντρας, για να γίνει άρχοντας του ισραηλιτικού λαού. Η αρχή και η ενέργεια αυτού ξεπερνά την αρχή των ημερών της δημιουργίας». Πρόκειται για μια μεγαλειώδη προφητεία, με καταπληκτικές προφητικές λεπτομέρειες. “Και είναι οι εξής: Ο προσδιορισμός του τόπου, ότι είναι δηλαδή μικρός και ότι ανήκει στις πόλεις του Ιούδα. Ακόμα, ότι το πρόσωπο που θα γεννιόταν εκεί είναι για το Θεό πρόσωπο εξέχον”, γιατί λέγει «θα γεννηθεί για τη δική μου δόξα». “Πέρα απ’ αυτό θα αναδεικνυόταν «Ηγήτορας» μέσα στον Ισραήλ. Αλλά, και κάτι πιο μεγάλο και πιο σπουδαίο. Το προφητευόμενο πρόσωπο, θα ήταν μεν από τη γέννησή του άνθρωπος, αλλά θα διέφερε ριζικά από τους άλλους θνητούς, επειδή πριν από τη γέννησή του προϋπήρχε αιώνια” (17). Αυτό σημαίνει η πρόταση της προφητείας: «η έξοδός του είναι απ’ αρχής αιώνος». Η έξοδος του παιδιού της Βηθλεέμ, δηλ. η ανατολή του, η εμφάνισή του, χάνεται στην αιωνιότητα. Το χωρίο αυτό αναφέρεται στην προαιώνια ύπαρξη του Μεσσία ως Θεού (18).
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Θεός φανέρωνε με τους προφήτες του όλο και πιο καθαρά τα χαρακτηριστικά εκείνου, που επρόκειτο να έρθει για να τους λυτρώσει. Πριν απ’ το Μεσσία, προαναγγέλλει ο προφήτης ΜΑΛΑΧΙΑΣ, θα εμφανιστεί ο αγγελιοφόρος του, σκοπός του οποίου θα είναι να προετοιμάσει το δρόμο για τη θεία εξ ουρανού κατάβαση του Χριστού του Θεού: «Νά, εγώ στέλνω τον αγγελιοφόρο μου, λέει ο Θεός, για να προετοιμάσει το δρόμο πριν από μένα. Θα είναι μια φωνή, που θα ακουστεί στην έρημο: Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάνετε ίσιους τους δρόμους του Θεού μας». (Μιχαίας 3,1-Ησαϊας 40,3).
Το περιεχόμενο της προφητείας αυτής είναι θαυμαστό, διότι εξαγγέλλει: “α) Την προετοιμασία του λαού να δεχτεί το Μεσσία. β) Ότι ο Μεσσίας θα ερχόταν και θα δρούσε μέσα σε ένα συγκεκριμένο λαό, τον Ισραήλ. γ) Η προετοιμασία του θα γινόταν από ένα και όχι πολλά πρόσωπα, δ) Ο Μεσσίας θα ερχόταν για να σώσει το λαό από τις αμαρτίες του και ε) και σπουδαιότερο: Το ερχόμενο πρόσωπο εξισώνεται με το Θεό Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ο ίδιος, που πρόκειται να έρθει, γιατί λέγει: «Εγώ στέλνω τον άγγελό μου και θα προετοιμάσει το δρόμο πριν από ΜΕΝΑ»” (19). Η συνείδηση της Εκκλησίας αναγνωρίζει στο πρόσωπο του μεγαλύτερου προφήτη της ιστορίας, του Ιω. του Βαπτιστή, τον ουρανόσταλτο αγγελιοφόρο, που κατέδειξε στους συγχρόνους του τον Χριστό, ως Υιό του Θεού.
Ο "τύπος του Μεσσία", ΔΑΝΙΗΛ, γεννήθηκε στην Παλαιστίνη από βασιλική οικογένεια και έδρασε στη Βαβυλώνα από το 605 μέχρι το 535 πΧ., οπότε και απέθανε. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ναβουχοδονόσορα, του Βαλτάσαρ, του Δαρείου και του Κύρου ερμήνευσε όνειρα και μυστηριώδεις γραφές, διασώθηκε με θαυματουργικό τρόπο απ' το μαρτύριο και αναδείχτηκε χαρισματούχος άρχοντας, βοηθός και ενισχυτής της πατρώας πίστης των συντρόφων του Ιουδαίων.
Στον πρώτο χρόνο του Βαλτάσαρ, βασιλιά της Βαβυλωνίας, είδε ο Δανιήλ ένα όνειρο. Μεταξύ άλλων, ο Δανιήλ αναφέρει και τα ακόλουθα: «Έβλεπα με προσοχή στο όραμα της νύχτας και νά, ξαφνικά παρουσιάστηκε κάποιος να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού, που έμοιαζε σαν υιός ανθρώπου. Προχώρησε μέχρι τον αιώνιο Θεό και πλησίασε κοντά του. Του δόθηκε εξουσία, τιμές και βασίλειο. Η εξουσία του είναι αιώνια, εξουσία που δεν θα καταργηθεί ποτέ και το βασίλειό του δεν θα καταστραφεί ποτέ». “Από τους αποστολικούς χρόνους, η Εκκλησία διέκρινε στη διήγηση αυτή την αναγγελία του Μεσσία. Εκείνο, όμως, το οποίο μας εντυπωσιάζει περισσότερο στο εδάφιο αυτό, είναι η υπόσχεση ενός αιώνιου και παγκόσμιου βασιλείου «που δεν θα καταστραφεί ποτέ»”. Αιώνιο είναι το βασίλειο του Χριστού, το οποίο θεμελιώθηκε πάνω στις καρδιές των ανθρώπων και όχι πάνω στη δύναμη του κόσμου αυτού (20).
Στην έρημο της Ιουδαίας, και συγκεκριμένα σε διάφορα σπήλαια της περιοχής του Κουμράν, στα βορειοδυτικά της Νεκράς Θάλασσας, ανακαλύφτηκαν τυχαία από ένα νεαρό βεδουϊνο -και στα επόμενα χρόνια (1947 - 1964) από τους επιστήμονες- πλήθος χειρογράφων. Η μεγάλη ιουδαϊκή μοναστική κοινότητα του Κουμράν έκρυψε μεταξύ του 66 και του 70 μΧ. με κάθε επιμέλεια τα χειρόγραφα αυτά, όσο η 10η Ρωμαϊκή Λεγεώνα προχωρούσε προς την Ιερουσαλήμ, δια της κοιλάδας του Ιορδάνη. Μπροστά στον επικείμενο, δηλαδή, κίνδυνο της καταστροφής, οι Ιουδαίοι μοναχοί φρόντισαν, ώστε να ασφαλίσουν τα κείμενα εκείνα, όσο το δυνατόν καλύτερα. Έτσι τα χειρόγραφα, χάρη και στο ξηρό κλίμα της περιοχής, την πλήρη έλλειψη υγρασίας και τις υψηλές θερμοκρασίες, διατηρήθηκαν σχεδόν επί δύο χιλιάδες χρόνια. Οι περγαμηνές που βρέθηκαν εκεί, σε έντεκα μικρά σπήλαια, χρονολογούνται από το 100 πΧ. ή και νωρίτερα. Έτσι αποτελούν, ουσιαστικά, τα αρχαιότερα μέχρι στιγμής σωζόμενα χειρόγραφα (21). Και, το σπουδαιότερο είναι ότι περιέχουν κείμενα όλων των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία μάλιστα συμπίπτουν με τα βιβλία που χρησιμοποιούνται από τους σημερινούς χριστιανούς και Εβραίους (22). Αυτό αποδεικνύει πως τα κείμενα της Γραφής, έμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα κατά τα τελευταία 2.000 χρόνια (23).
Ανάμεσα στους παπύρους, διασώζεται και η προφητεία των «εβδομήντα εβδομάδων», που τη βρίσκουμε στο ένατο κεφ. του βιβλίου του Δανιήλ. Είναι η εξής: «Εβδομήντα εβδομάδες ορίστηκαν για το λαό σου και την άγια πόλη, για να παύσει η αδικία, για να σφραγιστεί η αμαρτία, για να ξεπλυθεί το κακό, για να επικρατήσει αιώνια δικαιοσύνη, για να επικυρωθεί το όραμα και ο προφήτης και να χριστεί ο Άγιος των Αγίων. Γνώρισε, λοιπόν, και κατάλαβε, ότι από την έκδοση του προστάγματος για να ανοικοδομηθεί η Ιερουσαλήμ, μέχρι του Χριστού του Ηγήτορα θα είναι επτά εβδομάδες, και εξήντα δύο εβδομάδες. Η πλατεία και το τείχος θα οικοδομηθεί ξανά, μάλιστα σε καιρούς στενοχώριας. Και μετά τις εξήντα δύο εβδομάδες, ο Χριστός θα εκκοπεί, όμως όχι για τον εαυτό του και ο λαός του ηγήτορα, ο οποίος θα έρθει, θα αφανίσει την πόλη και το αγιαστήριο».
Το σταμάτημα της αδικίας, το σφράγισμα της αμαρτίας, το ξέπλυμα του κακού, η επικράτηση της δικαιοσύνης, θα πραγματοποιηθούν όταν χριστεί ο Μεσσίας. Τότε θα σταματήσουν οι οράσεις και οι προφητείες και θα χριστεί ο άγιος των αγίων. Όλα αυτά θα συμβούν μετά από «εβδομήντα εβδομάδες». Αυτή η μοναδική, σε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, ένδειξη, αναφέρεται, σύμφωνα με τη συνήθεια της Γραφής, όχι σε εβδομάδες ημερών, αλλά σε περιόδους επτά ετών. Συνεπώς, οι «εξήντα εννέα εβδομάδες», δηλ. 7 σύν 62 εβδομάδες ετών, που αναφέραμε, μέχρι την εμφάνιση στο προσκήνιο του Χριστού του Ηγήτορα, του Μεσσία, είναι εξήντα εννέα χρόνια επί επτά, συνολικά 483 χρόνια.
Για την έναρξη της χρονολόγησης, παρατίθεται από το προφητικό κείμενο μια συγκεκριμένη ιστορική αφετηρία. Η έκδοση ενός προστάγματος για την ανοικοδόμηση, εκ νέου, της Ιερουσαλήμ, μετά την επιστροφή των Ιουδαίων από την εξορία (Βαβυλώνιος αιχμαλωσία). Ποιο είναι, όμως, το διάταγμα αυτό;
Σε διάστημα ογδόντα ετών, μόνο τέσσερα τέτοια διατάγματα εκδόθηκαν. Το πρώτο από τον Κύρο το 536, και το τελευταίο από τον Αρταξέρξη το Μακρόχειρα κατά το εικοστό έτος της βασιλείας του, ήτοι το 455 πΧ. Το ότι, όμως, η ανοικοδόμηση ολόκληρης της Ιερουσαλήμ μαζί με τα τείχη της επετράπη μόνο δια του τελευταίου διατάγματος, μας πείθει ότι η χρονολογία αυτή και μόνη, δηλ. το έτος 455 πΧ. πρέπει να τεθεί ως βάση των εβδομήντα εβδομάδων (24). Συνεπώς οι 69 εβδομάδες, αρχόμενες από το έτος 455 πΧ. λήγουν στο έτος 28 μΧ. Η σύμπτωση φαίνεται εκπληκτική, εφόσον το 28 μΧ. είναι περίπου η χρονολογία κατά την οποία ο Χριστός άρχισε τη δημόσια ζωή και δράση του, κηρύττοντας το ευαγγέλιο της σωτηρίας.
Μετά τις 62 εβδομάδες, συνεχίζει όμως η προφητεία, και πριν από την 70η εβδομάδα, ο «Χριστός θα εκκοπεί», θα θανατωθεί, γεγονός, που πραγματοποιήθηκε με το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, το 32 με 33 μΧ. Και ο θάνατος του Μεσσία, ξεκαθαρίζει η προφητεία, δεν θα ήταν για τον εαυτό του, αλλά για τους άλλους, για να γίνει εξιλέωση για την ανομία. Και όχι μόνο αυτό! Η προφητεία εκτός από το Χριστό τον Ηγήτορα, μιλάει και για έναν δεύτερο ηγήτορα, ο οποίος θα έρθει. Έπειτα από το θάνατο του Μεσσία, ο λαός του δεύτερου αυτού ηγήτορα, που εξυπακούεται ότι δεν θα είναι ο λαός Ισραήλ, αλλά ξένος προς τον Ισραήλ, θα έρθει να αφανίσει την πόλη και το αγιαστήριο. Καθαρότατα προφητεύεται εδώ η καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο, το 70 μΧ., που, όπως επισημαίνει η προφητεία με τη λέξη αφανισμός, δεν ήταν πραγματικά απλώς καταστροφή, αλλά ισοπέδωση και γκρέμισμα της Πόλης και του Ναού (25).
Η Παλαιά Διαθήκη, φυσικά, δεν αναφέρει μόνο τις προφητείες για τον ερχομό του Χριστού στη γη, αλλά συνολικά 332 προφητείες για γεγονότα της επίγειας ζωής του θεανθρώπου, που πραγματοποιήθηκαν με θαυμαστή ακρίβεια στο πρόσωπο και το έργο Του και οι οποίες αφήνουν τους απροκατάληπτους και έντιμους ερευνητές άφωνους, ενώ στους πιστούς προξενούν κατάπληξη και περισσή ευλάβεια, γιατί αναφέρονται στο Λόγο του Θεού, που ήταν με τον Πατέρα και πήρε σάρκα και ψυχή ανθρώπινη, για να στήσει τη σκηνή του ανάμεσά μας και μέσα στις καρδιές μας.
Αναφέρουμε, χαρακτηριστικά, τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, που προαναγγέλθηκε από τον προφήτη ΖΑΧΑΡΙΑ, με τα λόγια: «Να χαίρεσαι, θυγατέρα Σιών, να διαλαλείς, θυγατέρα Ιερουσαλήμ: Νά, έρχεται σε σένα ο βασιλιάς σου, δίκαιος και σωτήρας, πράος, και καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι» (Ζαχ. 9,9). Ο ίδιος προφήτης προλέγει και την αμοιβή του Ιούδα για την προδοσία του: «Όρισαν το μισθό μου τριάντα αργύρια», λέει η προφητεία. (Ζαχ. 11).
Στον Ψαλμό 41 διαβάζουμε: «Αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος, μαζί με τον οποίο ζούσα ειρηνικά, στον οποίο ήλπισα, αυτός που έτρωγε ψωμί μαζί μου, σήκωσε την φτέρνα του εναντίον μου», και ακόμα ο Ζαχαρίας μας λέγει: «Όταν κάποιος τον ρωτήσει: Τι είναι οι πληγές αυτές μέσα στα χέρια σου; Εκείνος θα απαντήσει: Είναι οι πληγές εκείνες, που πληγώθηκα μέσα στο σπίτι των φίλων μου» (13,6). Είναι τόσο καθαρές οι προφητείες και συνέβησαν στη ζωή του Χριστού με τόση ακρίβεια, που νομίζει κανείς ότι διαβάζει τα Ευαγγέλια, στα χρόνια της Καινής Διαθήκης και όχι την Παλαιά Διαθήκη. Έτσι, ο Ιούδας, που έτρωγε ψωμί μαζί με το Χριστό, τον πρόδωσε, και οι πληγές μέσα στα χέρια προέρχονται από τα καρφιά και προξενήθηκαν από τους φίλους του Χριστού, δηλ. τους συμπατριώτες του Ιουδαίους, που τον παρέδωσαν για να σταυρωθεί.
Στον Ψαλμό 21, ο προφήτης και βασιλιάς Δαυίδ λέγει: «Διαμοιράστηκαν μεταξύ τους τα ιμάτιά μου και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Κατάπληξη προξενεί η, 11 αιώνες πριν την εκπλήρωσή της, προφητεία αυτή, που δεν εφαρμόστηκε φυσικά ούτε στο Δαυίδ, ούτε σε κάποιον άλλο επίσημο της εποχής του, αλλά εφαρμόστηκε από τους στρατιώτες και σταυρωτές του Ιησού, κάτω από το Σταυρό του. “Πρώτα γιατί ξεχωρίζονται τα ρούχα του Μεσσία σε εσωτερικό ρουχισμό (ιμάτια) και σε εξωτερικό επένδυμα (ιματισμός). Έπειτα, τα εσωτερικά ιμάτιά του θα τα μοιράζονταν, ενώ για το ένα, τον εξωτερικό χιτώνα, δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο, να τον χαλάσουν δηλαδή, γι’ αυτό και θα έριχναν κλήρο, για το ποιος θα τον έπαιρνε. Τέλος, οι εκτελεστές της θανατικής καταδίκης θα έπρεπε να’ ναι πολλοί, αφού θα γινόταν μοιρασιά, και θα έπρεπε ακόμα να ήταν συνηθισμένοι από τη λεία αντικειμένων των καταδίκων, άρα θα έπρεπε να’ ναι στρατιώτες, και μάλιστα ξένης χώρας” (26).
Αλλά και ο Ψαλμός 15 περιγράφει την ανάσταση του Ιησού, με τα λόγια: «Δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα αφήσεις τον άγιόν σου να γνωρίσει τη σωματική αποσύνθεση». Ο Δαυίδ, φυσικά, καθόλου δεν ήταν ανόητος για να πιστεύει ότι δεν θα πέθαινε ποτέ, αλλά αναφέρεται στην ταφή και ανάσταση του Κυρίου, του οποίου το σώμα, τις τρεις ημέρες του θανάτου του, ως αδιάσπαστα ενωμένο με τη θεότητά του, δεν γνώρισε πτωματική αποσύνθεση.
Στο χριστολογικό Ψαλμό 109 ο Δαυίδ αναφωνεί: «Είπε ο Κύριος στον Κύριο μου: Κάθησε στα δεξιά μου, μέχρι να κάνω τους εχθρούς σου χαλάκι για τα πόδια σου». Ώστε, ο Δαυίδ, αν και είναι βασιλιάς, έχει εξουσιαστές και κυρίους, που συνεργάζονται μεταξύ τους; Όχι βέβαια. Ιστορικά . ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο στη ζωή του Δαυίδ. Αλλά η προφητεία εμφανίζει στο προσκήνιο τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, εκ των οποίων ο Πατέρας απευθυνόμενος προς τον Υιόν Του, μετά την ανάληψή του, του ζητά να καθήσει στα δεξιά του, μέχρι να υποτάξει τις εχθρικές ορατές και αόρατες δυνάμεις, στη δύναμή του.
Ακόμη, ο βασιλιάς Δαυίδ προλέγει κατά παραχώρηση Θεού: «κάρφωσαν τα χέρια μου και τα πόδια μου, εμέτρησαν όλα τα οστά μου» (Ψλμ. 21). Ποτέ όμως ο ίδιος ο Δαυίδ δεν σταυρώθηκε. Ούτε υπήρχε στην εποχή του η ποινή της σταυρώσεως. Εμφανέστατα, προφητεύει τη Σταύρωση του Ιησού.
Μια άλλη προφητεία, εξάλλου, του προφήτη Ζαχαρία αφορά το σταυρικό θάνατο του Εκλεκτού: «Θα επιβλέψουν, λέγει, σε μένα, τον οποίον εκέντησαν». Θα ατενίσουν, δηλαδή, εμένα, που λόγχισαν πάνω στο Σταυρό. Ας θυμηθούμε το Ρωμαίο στρατιώτη, που λόγχισε την πλευρά του Ιησού, απ’ την οποία έτρεξε αίμα και νερό. Και τέλος, «κόκκαλό Του δεν θα σπάσετε», αναφέρεται στο βιβλίο της Εξόδου (κεφ. 12). Πράγματι, ενώ οι στρατιώτες έσπασαν τα οστά των μηρών των δύο άλλων κακούργων πάνω στο Σταυρό, για να επιφέρουν γρηγορότερο θάνατο, τον Ιησού δεν τον άγγιξαν, γιατί είχε ήδη εκπνεύσει (27).
Οι σελίδες της Π.Δ., όπως είδαμε, μιλούν καθαρά για την αναμονή του Μεσσία. Ερευνώντας όμως τους μύθους, τα θρησκευτικά και γενικότερα τα φιλολογικά κείμενα και των άλλων λαών, βρίσκουμε να υπάρχει και εκεί, σποραδικά, η ίδια ελπίδα. Φιλόσοφοι, ποιητές, ιδρυτές θρησκειών σε Ανατολή και Δύση, αιώνες πριν την έλευση του Χριστού, μίλησαν για τον ερχομό στον κόσμο ενός Λυτρωτή. Περιέγραψαν τη ζωή και το έργο του κατά τέτοιο τρόπο, που πολλές φορές οι περιγραφές τους θυμίζουν αντίστοιχες προφητείες της Π. Διαθήκης. Ας δούμε, όμως, ενδεικτικά, για μια σφαιρικότερη ενημέρωση στο σπουδαιότατο αυτό κεφάλαιο των προφητειών, τις αντίστοιχες δύο, έμμεσες, προφητείες από τον Ελληνικό χώρο, του Πλάτωνα και του Αισχύλου.
Ο Πλάτωνας, στην Πολιτεία του, περιγράφει κάποιον Δίκαιο με τα παρακάτω λόγια: «Πρέπει ν’ απογυμνωθεί από όλα, εκτός από τη δικαιοσύνη... Χωρίς καθόλου ν’ αδικεί, θα θεωρείται ότι είναι ο μεγαλύτερος άδικος, ώστε να δοκιμαστεί η δικαιοσύνη του.... Θα μείνει, όμως, σταθερός μέχρι το θάνατό του, θεωρούμενος άδικος σ’ όλη του τη ζωή, αν και είναι δίκαιος... Θα μαστιγωθεί, θα βασανιστεί, και πεθαίνοντας, αφού υποστεί όλα τα κακά, θα καρφωθεί πάνω σε ξύλο» (Πλατ. Πολιτεία Β’).
Στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, έχουμε την πρόρρηση ότι ο Προμηθέας, που, ένεκα της ύβρης που διέπραξε προς τον Δία, δέθηκε στον Καύκασο και υπέφερε δίκαια, θα λυτρωθεί μόνο από ουράνιο πρόσωπο, που θα είναι μάλιστα υιός Θεού και θα έχει γεννηθεί με υπερφυσικό τρόπο. Αυτός θα εξαλείψει τη δύναμη και την εξουσία των ειδωλολατρικών θεοτήτων. Και με τη θέλησή του θα κατέβει στα ομιχλώδη σκοτάδια του αποκρουστικού Άδη, για να γίνει εξιλαστήριο θύμα, προς απολύτρωση του δεμένου, για τις αμαρτίες του, ανθρώπου (28).
Τα παραπάνω κείμενα των Ελλήνων σοφών, οι χριστιανοί, από πολύ νωρίς, τα θεώρησαν ότι αναφέρονται στο πρόσωπο του Μεσσία. Όταν λοιπόν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, οι προρρήσεις και τα οράματα των προφητών, ο πόθος των δικαίων, εκπληρώθηκαν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με τον ερχομό του άνοιξε και πάλι την κλεισμένη θύρα του Παραδείσου και έδωσε στον καθένα τη δυνατότητα να γίνει πολίτης του καινούργιου κόσμου, μέλος της Βασιλείας του Θεού.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του Ματθαίου, διαβάζουμε: «Αφού γεννήθηκε ο Ιησούς στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, τον καιρό του βασιλιά Ηρώδη, έφτασαν από τα ανατολικά της Ιερουσαλήμ οι μάγοι, λέγοντας: «πού γεννήθηκε ο βασιλιάς των Ιουδαίων; Είδαμε το άστρο του στην ανατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε». Στο σημείο αυτό εκπληρώνεται η προφητεία του Ησαϊα, που λέγει: «Πλήθος καμήλων θα σε σκεπάσει, όλοι από τη Σεβά θα έρθουν, χρυσάφι και λίβανο θα φέρουν και θα ευαγγελίζονται τους επαίνους του Κυρίου» (Ησαϊας 60). Ποιοι ήσαν, στ’ αλήθεια, οι Μάγοι και τι ήταν το άστρο της Βηθλεέμ;
Κατά την παράδοση, οι Μάγοι προέρχονταν από την Αραβία. Η λέξη "Μάγοι" εδήλωνε τους σοφούς και τους ιερείς των Μήδων, Περσών, Χαλδαίων και Βαβυλωνίων. Ήταν αστρονόμοι και αστρολόγοι συνάμα, αφού άλλωστε οι ανατολικοί λαοί στα χρόνια εκείνα δεν διέκριναν την αστρονομία από την αστρολογία, διάκριση την οποίαν καθιέρωσαν πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες από τον 6ο έως τον 2ο αι π.Χ., διαχωρίζοντας την πραγματική επιστήμη της αστρονομίας από την "μαντική τέχνη" της αστρολογίας και πρώτοι αυτοί άρχισαν να μελετούν τους αστέρες για να ανακαλύψουν σύμφωνα με ποιους νόμους κυβερνώνται (29). Η αστρολογία παρέμεινε, σε όλα τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και μέχρι σήμερα, μια ξεχωριστή ειδωλολατρική θρησκεία και μια απόκρυφη μελλοντολογική ενασχόληση με τον ουράνιο κόσμο, που ερχόταν πάντα σε αντίθεση με την αποκάλυψη του Θεού στο λαό του. Αναζητούσε το πεπρωμένο στις κινήσεις και τα χαρακτηριστικά των αστέρων. Και είναι φοβερές, σε πολλά σημεία των βιβλίων της Π.Δ., οι προειδοποιήσεις του Θεού κατά των αστρολόγων. Το συμπέρασμα είναι πως η αστρολογία και οι οπαδοί της βρίσκονται ακόμα στο πρωτόγονο και παμπάλαιο στάδιο της μαγείας και του πανθεϊσμού, που λάτρευαν ό,τι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν στον ήλιο, στα άστρα και στη σελήνη, ως μυστήριο. Σημαντική συμβολή του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, στη συνέχεια, υπήρξε η απομυθοποίηση της φύσης των ουρανίων σωμάτων και η αντιμετώπισή τους ως αψύχων υλικών. Η ζωή μας, για τις δύο αυτές εξ αποκαλύψεως θρησκείες, εξαρτάται όχι από τα ζώδια και τους αστερισμούς, αλλά από την Πρόνοια και την αγάπη του Θεού αφ’ ενός, και από τον προσωπικό μας αγώνα αφ’ ετέρου. Γι' αυτό και η προσκύνηση των τριών σοφών εξ Αραβίας δείχνει την άφατη φιλανθρωπία του Θεού για τη σωτηρία του εθνικού και ειδωλολατρικού κόσμου, τον οποίον κάλεσε ο θεάνθρωπος λυτρωτής σε μετάνοια δι' εκπροσώπων του, δηλ. των Μάγων, που μπορεί άλλωστε να είχαν προσωπικά ασπαστεί την Ιουδαϊκή πίστη (30).
Πραγματικά, είναι πιθανό οι μάγοι να ήλθαν σε επαφή με τις Ιουδαϊκές περί Μεσσίου παραδόσεις από τα χρόνια ήδη της αιχμαλωσίας των Ιουδαίων, οι οποίοι απλώθηκαν σε όλες τις χώρες της Ανατολής. Ας μην ξεχνάμε ότι ο πόθος της λύτρωσης δι' ενός εκλεκτού απεσταλμένου του Θεού ήταν πανανθρωπίνως αποδεκτός και, όπως φαίνεται από την ευαγγελική διήγηση, τον είχαν ενστερνιστεί και οι Μάγοι, που ήσαν κατεξοχήν θεοσεβείς άνθρωποι. Άλλωστε, στο ευαγγέλιο γίνεται λόγος, κατ' επανάληψη, για ένα και μοναδικό αστέρι, πράγμα που συμφωνεί και με τις προφητείες των Ιουδαίων για τον αναμενόμενο Εκλεκτό Μεσσιακό Βασιλέα τους (Αριθμοί 24,17).
Συμβολίζει, λοιπόν, το άστρο της γέννησης το υπερκόσμιο φως της Θεότητας του Χριστού. Ο ίδιος ο Κύριος λέγει: "Εγω ειμι ο αστηρ ο λαμπρος ο πρωϊνος" (Αποκ. 22,16). Σχεδόν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, δέχονται ότι ο αστέρας αυτός δεν εξηγείται με φυσικό τρόπο, αλλά πρόκειται για θαυμαστό "φωταγωγό, ξένο, παράδοξο, ασυνήθη, μεταφυσικό" φαινόμενο (31), διότι το άστρο της Βηθλεέμ, όπως παρουσιάζεται από τη Γραφή, βάδιζε και σταματούσε σύμφωνα με τη δική του επιθυμία, κατέδειξε συγκεκριμένο σημείο, τη φάτνη, φωτίζοντας μόνο εκεί και όχι όλη την οικουμένη, όπως κάνει ένας φυσιολογικός αστέρας, έλαμπε το καταμεσήμερο και όχι μόνο τη νύχτα, φαινόταν και πάλι κρυβόταν, σαν να είχε δύναμη λογικότατη, που κατέδειξε την ένωση ουρανού και γης στο όνομα του Υιού του Θεού (32)
Θαυμάσιο χαρακτηριστικό της ζωής του Ιησού, απ’ το οποίο φαίνεται εξάλλου η θεότητά του, είναι η επαλήθευση στο πρόσωπό του, του συνόλου των συγκεκριμένων για τη ζωή και τη δράση του προφητειών. Είναι βέβαιο, ότι οι προφήτες έζησαν ολόκληρες εκατονταετίες προ Χριστού. Και έχει αποδειχτεί επιστημονικά η αρχαιότητα των βιβλίων της Π.Δ. (33). Εάν ένας και μόνο άνθρωπος, έλεγε ο Πασκάλ, είχε συντάξει βιβλίο προφητειών, και ο Ιησούς είχε έλθει σύμφωνα με τις προφητείες αυτές, θα ήταν πράγματι δύναμη μεγάλη εκ Θεού. Αλλά εδώ υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο. Πρόκειται για σειρά ανθρώπων, που ο ένας εμφανιζόταν μετά τον άλλο κατά τη διάρκεια χιλιετηρίδων για να προφητεύσουν την έλευση του Χριστού. Πώς, λοιπόν, θα ήταν δυνατόν οι, σε διαφορετικούς καιρούς και από διαφορετικά πρόσωπα, εξαγγελθείσες προφητείες να συμφωνήσουν όλες κατά τυφλή σύμπτωση ως προς τα περιστατικά της ζωής ενός και μόνου προσώπου; (34). Είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό είναι έργο θεοπνευστίας, έργο Θεού, που θέλησε να διαγράψει στους ανθρώπους το σχέδιο της σωτηρίας με τέτοια ποικιλία μέσων και χρωματισμών, ώστε η από τις προφητείες προκύπτουσα θαυμάσια συμφωνία να μην μπορεί να αποδοθεί στην τύχη, αλλά στην ενέργεια του Θεού (35).
“Πάντως, μέχρι σήμερα, κανείς δεν κατάφερε να ανακαλύψει κάποιον άνθρωπο στον πλανήτη μας, που θα μπορούσε, αντί του Χριστού, να θεωρηθεί ο Μεσσίας. Ακόμα και οι πιο σκληροί πολέμιοι του Ευαγγελίου δεν το κατάφεραν” (36).
Ο Χριστός, όμως, δεν προαναγγέλθηκε μόνο από τους προφήτες, αλλά προφήτευσε και ο ίδιος. Ο Ιησούς κατέχει στα χέρια του τα κλειδιά του χρόνου. Βλέπει εξ αποστάσεως, διακρίνει τα απόκρυφα, διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και έχει γενικά τη διορατικότητα του προφήτη. Ο Σωτήρας προλέγει την προδοσία του Ιούδα, την άρνηση του Πέτρου, την εκ μέρους των μαθητών του εγκατάλειψη, τα παθήματα, τον θάνατο και την ανάστασή του, την επιφοίτηση του Αγ. Πνεύματος στους αποστόλους του και τους διωγμούς, τους οποίους αυτοί θα υποστούν (37).
Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η προφητεία του Κυρίου για το θρίαμβο της Εκκλησίας, την οποία δεν θα καταφέρουν οι αντίθεες δυνάμεις να υποτάξουν . μια αλήθεια, που πιστοποιείται από τη διαχρονική, επί 2.000 χρόνια, συνέχειά της μέχρι σήμερα, και η προφητεία του Χριστού για την ερήμωση και καταστροφή της Ιερουσαλήμ, που κατά γράμμα έγινε πραγματικότητα από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο, ο οποίος το 70 μΧ. την κατέστρεψε εκ θεμελίων. Οι προηγούμενες, λοιπόν, προφητείες, σε συνδυασμό με την υπέροχη και ασύγκριτη διδασκαλία του, τη μοναδική αναμαρτησία του, το άπειρο πλήθος και την ποικιλία των θαυμάτων και θεραπειών του, και το ασύλληπτο γεγονός της ανάστασής του, καταδεικνύει όχι ότι ήταν ένας ηθικός και άγιος άνθρωπος, αλλά ότι ήταν ο Θεός ο ίδιος ενσαρκωμένος.
Κείμενα του Μιχαήλ Χούλη
Θεολόγου, Ειδικού Συνεργάτη της Ι.Μ.Σύρου
http://www.im-syrou.gr/poimantikes_drastiriotites/keimena/xoulis/profities_messia/index.htm
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)